Το λιοντάρι και ο ποντικός από την φάκα.

 

ΑΝΤΙΟ ΦΙΛΕ……

 

Κάποτε σε μια φανταστική πόλη, μιας φανταστικής χώρας, ενός φανταστικού πλανήτη, ήταν ένα λιοντάρι και ένας ποντικός.

Το λιοντάρι από τρανή γενιά και όνομα μεγάλο, με ιστορία και σταυρούς ανδρείας, σε δύσκολα χρόνια όπου όλοι λούφαζαν, ήταν φοβισμένος μικρός αχθοφόρος μεγάλου ονόματος.

Οι πλάτες του κυρτές, το τρίχωμα αραιό και χωρίς γυαλάδα.

Οι επιλογές του πάντοτε ηττοπαθείς, τον οδήγησαν σ’ ένα αόρατο κλουβί με φύλακα και συνάμα θηριοδαμαστή, μια αμαζόνα με τόξο, που όμως δεν γνώριζε την έννοια του χρόνου και αντί για ψηλά, το βλέμμα της ήταν γήινο και στόχευε χαμηλά.

Στην ανθρώπινη διάσταση ο χρόνος λέγεται αναμονή. Ποντάριζε στο χρόνο η τοξότρια, χωρίς να ξέρει ότι ήταν αυτή η ίδια ο χρόνος και ότι όφειλε την παρουσία της στην ανυπαρξία του.

Πως όμως να αλλάξει την πορεία της ζωής όταν δεν μπορούσε να αποδράσει από την ζωγραφιά που υποσχόταν υποσχέσεις; Δέσμιος και δεσμώτρια στο ίδιο δεσμωτήριο.

Ο ποντικός ήταν μικρός, καχεκτικός, αλλά γκριζόασπρος, μιας και ήταν ποντικός σοφίτας και τον έβλεπε ο ήλιος, και όχι ποντικός των υπονόμων. Ήταν χαρούμενος, κοσμοπολίτης και φιλότιμος, γαλαντόμος που αγαπούσε όλον τον κόσμο, και συγχωρούσε όλες τις κακίες και μικροπρέπειες.

Κάποτε ο ποντικός μέσα στα πολλά και γρήγορα σουλάτσα του, άκουσε ότι η τοξότρια βαρέθηκε και ήθελε να πουλήσει το λιοντάρι σ΄ ένα τσίρκο για να απαλλαγεί από την έγνοια να το φροντίζει. Ήθελε όμως να κρατήσει το δεσμωτήριο- κλουβί, μια κι’ ένα κομμάτι της ζωής της, ήτανε μέσα και διαρκώς έξω από αυτό.

Η έμπορος της μετατρέψιμης αξίας, μπέρδεψε το «φείδου χρόνου» και το παρέφρασε σε «ο χρόνος είναι χρήμα». Τυφλώθηκε.

Ο ποντικός κοντοστάθηκε, σκέφθηκε, ζύγισε.

Έδρασε αμέσως, δίνοντας την ελευθερία της αλήθειας και της αποκάλυψης στο λιοντάρι.

Παρέμβαση στο αντιπάθημά του και παρατήρηση της αλλαγής στην εξελικτική του πορεία.

Το λιοντάρι, βρυχήθηκε τεντώθηκε και αφού έγλυψε το τρίχωμά του, για να γυαλίσει και να θαμπώσει, βγήκε για το κυνήγι της τροφής του, αφού κανείς πια δεν ήταν ικανός να το ταΐσει με οποιαδήποτε μορφή τροφής.

          Ένας τρομαγμένος λαγός με κουστούμι, γραβάτα, νομικό γραφείο και οικογένεια, ήταν το πρώτο αιματοβαμμένο γεύμα του.

Η νίκη εύκολη, το φαγητό λίγο, αλλά η γεύση του φρέσκου αίματος στα δόντια του, ξύπνησαν μνήμες και ιδιότητες της ράτσας και της καταγωγής του.

Αγέρωχος πια, σίγουρος για το ποιος είναι, και τι θέλει, έκανε ένα γύρο στο δάσος- πόλη της ζούγκλας του κόσμου, για να κάνει γνωστή την παρουσία του σ’ όλους. Ξαναγεννήθηκε!!! Έκανε όνειρα!

Το όνειρο όμως παράγεται από την ζωή, αλλά το λιοντάρι δεν έμαθε και δεν ρώτησε ποτέ, η ζωή ποιανής πραγματικότητας όνειρο είναι!!!

Το λιοντάρι δεν φάνηκε αγνώμων. Πήρε κοντά του τον ποντικό υπάλληλο και έμπιστο, για να ακούει και να βλέπει ότι αυτό δεν μπορεί, δεν θέλει και δεν αντέχει.

Σίγουρο κι αγέρωχο άρχισε να απολαμβάνει την ζωή όπως την ονειρεύτηκε. Ένα μικρό λιονταράκι που διψούσε για όλα, φυτεμένο μέσα στο κορμί ενός ενήλικου και εκπαιδευμένου οικόσιτου λιονταριού. Εξουσιάζοντας, με την θεωρία και τις μυστικές οδηγίες- συμβουλές, του ποντικού, προόδευσε, απέκτησε φήμη, οικονομική ευμάρεια και αυτοπεποίθηση.

Αυτή όμως η πρόοδος είναι έργο ηλιθίων και από ηλιθίους οριοθετήθηκε ως επιτυχία.

          Κάθε μεσημέρι μετά την ολοήμερη φροντίδα της χαίτης του, καθόταν ψηλά πάνω στον βράχο, ακουμπώντας το δεξί του μπροστινό πόδι, στην κάσα με τον αόρατο θησαυρό του κόσμου, θαρρείς και κάποιος θα τόλμαγε να κλέψει το μη μετατρέψιμο και ωφέλιμο περιεχόμενο της κάσας.

          Μόλις σκοτείνιαζε, ξαναφρόντιζε την χαίτη του, φορούσε το ριγέ κοστούμι του και έβγαινε για κυνήγι.

Δεν κυνηγούσε πια λαγούς, παρά μονάχα θηλυκά ζώα που ήταν ζευγαρωμένα. Ήταν διπλή η ακούσια απόλαυση.

Η νίκη στο θήραμα και η αντιπαράθεση του συντρόφου που είτε αγνοούσε είτε δεν τολμούσε. Χόρτασμα σώματος και ΕΓΩ!!!

Σκοτεινός συνωμότης ο ποντικός, που στο βάθος ήταν ερασιτέχνης θεατής του κόσμου και του λιονταριού από θέση κάθειρξης.

Ο ποντικός ήταν υπομονετικός αλλά και άκαμπτος σ’ αυτά που πίστευε. Αρνιότανε πεισματικά την χειραψία με τον οποιοδήποτε βλάκα.

Μάζευε τα ψίχουλα και το τυράκι που του έδινε το λιοντάρι και τα πήγαινε στην φωλιά για την ποντικίνα και τα ποντικάκια του. 

Πολλές φορές ο ποντικός, έβρισκε απρόσεκτους με ανοικτά ψυγεία και ντουλάπια και τότε το ένστικτό του τον έκανε αρπακτικό.

Ροκάνιζε, έτρωγε και έπαιρνε μαζί του για την οικογένειά του και τους φίλους του.

Τα πάρτι της ποντικοπαρέας, ήταν πάντα βασιλικά. Όλοι τρώγανε, πίνανε, γελάγανε, κάτω από  τα αιματοβαμμένα μουστάκια τους, κοροϊδεύοντας τον σπάταλο ποντικό που τα μοιραζόταν όλα με όλους. Το λιοντάρι πάντα παρών στα πάρτι, με κέφι αλλά και αποστάσεις, έπαιρνε μεζέδες και ας μην έφερνε ποτέ στον ποντικό- υπάλληλο κάτι παραπάνω (εκτός από ψίχουλα) από αυτά που περίσσευαν μετά από το μακελάρικο  φαγητό του. Βλέπεις ο ποντικός δεν ήταν ημέτερος των ημετέρων της περίστασης του κύκλου και του κόλπου.

          Κάποτε ο ποντικός επιάστηκε στην φάκα.

Το λιοντάρι στεναχωρήθηκε, ανέβηκε στον βράχο του, ξανάβαλε το πόδι πάνω στην κάσα και φώναξε: ο ποντικός είναι φίλος μου, όποιος τον πειράξει να έρθει εδώ στον βράχο να τον μαλώσω!!! Άλλο τίποτα.

Ανοίγει η φάκα για να σκοτώσουν τον ποντικό, χράπ! δαγκώνει τον δυνάστη του και το σκάει από την φάκα. Τρέχει γρήγορα στην φωλιά του, βρίσει τα ποντικάκια τρομαγμένα, βρίσκει το λιοντάρι με παράσημα να συνοδεύεται από νέους ακολούθους, φυσικά τις ύαινες, βρίσκει και την ποντικίνα χωρίς τα δύο πισινά της πόδια.

Με βλέμμα βουβό, μια γύρα, ρωτάει κι ακούει την απάντηση.

Για το καλό σου!!! Της φάγαμε τα πόδια μη και  αφήσει τα ποντικάκια γι’ άλλον ποντικό!!!

Ο ποντικός γελάει, σκέφτεται κι αποφασίζει. Δεν είναι καιρός για νέα φάκα. Ο νόμος της ζωής κάποτε θα δώσει την λύση, εξάλλου η ζωή είναι μια έγχρωμη εικόνα τόσης ομορφιάς κι ατελείωτου θανάτου.

Τους φίλους κι αδελφούς ο ποντικός τους συναντά πια με τους «Μήδους». Μοναδική τους έννοια, ο καφές, το ουίσκι, τα’ αυτοκίνητο. Τα ταξίδια, τα αντισυλληπτικά, η παραίσθηση.

Χαμένοι μέσα στο τίποτα για το τίποτα και για πάντα.

Η απογοήτευση του ποντικού γίνεται οργή, για όσους στέκονται ακόμα όρθιοι ή έξω από την κωμωδία που ονομάζουν κοινωνία. Αλλάζει επίπεδο αντίληψης και αυτόματα διαιρείται σε δύο διαφορετικά ποντίκια. Το ποντίκι που θέλουν όλοι και το ποντίκι που θέλει το ποντίκι. Αφήνει στους άλλους την ελπίδα να τον ξαναχρησιμοποιήσουν. Αυτός κρυφά μεγαλώνει την χαίτη του και ακονίζει τα δόντια του, ώστε να γίνει λιοντάρι των ποντικών. Εξάλλου ξέρει ότι η ελπίδα είναι η λύση της αναβολής, παράταση της ληξιπρόθεσμης ανίας, προείσπραξη του τίποτα που περιμένει. Μικρά βήματα και προσεκτικές κινήσεις, χαρακτηριστικά της αποστασιοποίησης του ποντικού.

Μέσα του μουρμουρίζει «η κόλαση είναι οι άλλοι»………………….

Πρώτα ο ποντικός προσπαθεί να καταφέρει να βγει από την βιοτική καθήλωση των αναγκών του και μετά να κατακτήσει την ελευθερία των ιδεών του. Κάποιοι μαζί με το λιοντάρι προσπαθούν να τον κρατήσουν δέσμιο αυτών των αναγκών για να μη μπορέσει να φτάσει ποτέ στην ελευθερία.

Ο ποντικός δέχεται το αρνητικό κλίμα σαν πλεονέκτημα, αλλάζει φωλιά δεν παρακαλάει για ψίχουλα και τυράκι, μαζεύει τα περισσεύματα άλλων, αποθηκεύει, καταναλώνει λιγότερα και προκόβει, αφού σταματάει τα πάρτι με τις ύαινες.

Σφυράει χαρούμενα και λέει ότι η ζωή είναι ένας περίπατος και ένα ταξίδι, όπως έλεγε κι ένας άλλος ποντικός από την Αλεξάνδρεια.

          Η τοξότρια πιστή στο καρμικό

 της καθήκον να φυλάει το άδειο πια κλουβί, με μόνη ελπίδα την επιστροφή του λιονταριού, βλέπει τον χρόνο να περνά αγκαζέ με τον θεό τον Κρόνο, γοργά από μπροστά της, μαρμαρωμένη, στάσιμη!

Το λιοντάρι χωρίς να το καταλάβει, μια κι’ εκεί ψηλά στον βράχο δεν είχε καθρέπτη, έχασε την λάμψη της τρίχας του και κιτρίνισαν τα δόντια του.

Τα λιονταράκια του απαίδευτα στριφογύριζαν γύρω από τον βράχο μακριά από τα θύματα, την τροφή, την αξία την ζωή. Γίνανε μικρές ύαινες, περιμένοντας να φάνε το περίσσευμα της τροφής που δεν κυνηγούσε πια το λιοντάρι. Σκόρπια απολιθωμένα οστά από παλιά θηράματα, σκονισμένα από τον χρόνο, αναδύουν δυσοσμία στο μυαλό του ποντικού. Δεν ζει πια γιατί ζούσε το λιοντάρι. Έγινε κι’ αυτός λιοντάρι των ποντικών με καινούργια ποντικίνα, ποντικάκια έξυπνα και χορτάτα και φίλους μόνο ποντικούς.

Αποκλείονται οι άλλοι αφού εμείς είμαστε οι άλλοι. Παράδεισος μικρόκοσμου, ποθητή ελευθερία πραγματοποιημένη.

Ο μύθος φέρνει κατανάλωση, η κατανάλωση χρήμα και το χρήμα κι’ άλλο μύθο και άλλη καθιέρωση και σταθεροποίηση εκεί στην κορυφή.

Μια κορυφή που οι βάσεις της έχουν κτιστεί από μύθους και μυθεύματα.

Όταν όμως, όπως το λιοντάρι, δεν μπορείς να στηρίξεις τον μύθο σου, δεν έχεις άλλη λύση από την λήθη.

Ο ποντικός δεν ελπίζει γι’ αυτό και ποτέ δεν απελπίζεται.

          Έτσι χωρίσανε οι δρόμοι του ποντικού και του λιονταριού.

 

Αντίο φίλε, καλό δρόμο και κατέβα από τον βράχο να δεις το δάσος γιατί μόνο το δέντρο έβλεπες τόσα χρόνια.

 

 

Ο αδελφός σου ο ποντικός από την φάκα!!!

 

Μην με λυπάσαι!!! Μας την σκάσανε όλοι τους!!!!!

 

 

         


ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ



ΘΡΑΣΥΜΑΧΟΣ

Ο σοφιστής και ρήτορας Θρασύμαχος, επονομαζόμενος και Χαλκηδόνιος γίγαντας, λόγω όχι του σωματικού αλλά του πνευματικού του μεγέθους, γεννήθηκε γύρω στο 459 π.Χ. στη Χαλκηδόνα του Βοσπόρου, αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος του βίου του στην Αθήνα όπου και πέθανε γύρω στο 400 π.Χ. Αρχικά ασχολήθηκε με τη φιλοσοφία, αργότερα όμως περιορίστηκε στη διδασκαλία της ρητορικής. Υπήρξε σύγχρονος του Σωκράτη και μας τον έκανε γνωστό κυρίως ο Πλάτων, ο οποίος τον εμφανίζει στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας του.

Στον Θρασύμαχο οφείλεται η ρήση ότι το δίκαιο είναι «τ το κρείττονος συμφέρον», δηλαδή το συμφέρον του ισχυροτέρου. Ο πιο ισχυρός (ο κρείττων) είναι εκείνος που έχει εξουσία πάνω σε όλους, ο ηγεμόνας της πολιτείας, που ενσαρκώνει τη δικαιοσύνη.

Ο αληθινός  άρχοντας κάνει ό,τι τον συμφέρει, κι αυτή είναι η δικαιοσύνη.

Θεωρούσε πως δικαιοσύνη είναι «το πλεονέκτημα του πιο δυνατού», δηλαδή ισχυριζόταν πως ο νόμος είναι όπλο στα χέρια των ισχυροτέρων κι ότι δίκαιο είναι ο νόμος του ισχυροτέρου·  ως εκ τούτου το εξουσιαστικό όργανο κάθε πόλης, είτε αυτό είναι ο τύραννος, είτε οι αριστοκράτες, είτε ο λαός, θεσπίζει τους νόμους που το συμφέρουν, ανάλογα με το ισχύον πολίτευμα, και αυτό ονομάζει δικαιοσύνη.

Έτσι, η δημοκρατική εξουσία συντάσσει δημοκρατικούς νόμους, η τυραννίδα τυραννικούς.

Η δικαιοσύνη ή η ηθική ισοδυναμεί με συμμόρφωση των αρχομένων προς το νόμο, δηλαδή με υπακοή στους θεσμούς και τις παραδόσεις της κοινωνίας, ειδάλλως τιμωρούνται.

Τους νόμους λοιπόν τους επιβάλλει αρχικά στον λαό η κυρίαρχη εξουσία με μοναδικό στόχο το όφελός της. Επομένως η αδικία είναι «το ισχυρότερον και ελευθεριώτερον και δεσποτικώτερον της δικαιοσύνης».

Ο  μόνος λόγος λοιπόν για τον οποίο οι πολίτες πρέπει να σέβονται τους νόμους είναι ότι η εξουσία έχει τη δύναμη να κάνει να υποφέρει όποιον δεν τους τηρεί.

Η αντίστροφη ηθική του «ανηθικιστή» Θρασύμαχου, κατά την οποία η αδικία είναι ευβουλία, ενώ η δικαιοσύνη είναι ευγενής βλακεία, και η αδικία είναι αρετή και σοφία, οι δε άδικοι είναι φρόνιμοι και καλοί, οδηγεί σε κυνισμό σε μίαν εποχή που η αθηναϊκή δημοκρατία έχει παραδοθεί στη δημαγωγία και οι αξίες έχουν φθαρεί.

Ο Θρασύμαχος καταλήγει, λοιπόν, να θεωρεί κυνικότατα πως όλοι μας θα αδικούσαμε τους συνανθρώπους μας εφόσον μας δινόταν η ευκαιρία.

Εκείνοι που ασκούν την εξουσία αδικούν προκειμένου να διασφαλίσουν τα ιδιωτικά τους συμφέροντα, αλλά το ίδιο πράττουν και οι πολίτες που εξαπατούν τους συμπολίτες τους ή το Δημόσιο, όποτε βρουν την ευκαιρία.

Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε πως ο Θρασύμαχος δεν επιδοκιμάζει τις παραπάνω αντιλήψεις περί του δικαίου του ισχυροτέρου, απλώς εκφράζει τις διαπιστώσεις του και περιγράφει μια θλιβερή κατάσταση που επικρατεί σε όλες τις πόλεις. Δεν απαξιώνει τη δικαιοσύνη ως ιδανικό και αξία επειδή αυτή δεν εφαρμόζεται, αλλ’ απεναντίας διαστρεβλώνεται.

Με το δικαίωμα που τους δίνει η δύναμή τους, προκειμένου να επιτύχουν τις επιδιώξεις τους, οι δυνάστες δρουν σαν να είναι δίκαιο να καταπιέζονται οι αδύναμοι· και οι αδύναμοι υποχρεώνονται να τους υπηρετούν ζημιώνοντας τους εαυτούς τους.

 

 

Αρχή φόρμας

 

 

 


ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

 



ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

 

Κατά βάθος είμαι ζήτημα Φωτός είπε ο Σεφέρης.

Το Φως έρχεται από πολύ μακριά.

Από ένα χώρο όπου δεν υπήρχε χώρος, κι΄ από έναν χρόνο όπου δεν υπήρχε χρόνος.

Από τότε, τυλίγει τον Κόσμο και αναδεικνύει κάθε του έκφραση.

Χάρη στο Φως, μείναμε δεμένοι με το σύμπαν.

Δεν χωρίσαμε.

Δεν αποξενωθήκαμε.

Δεν αλλοτριωθήκαμε.

Το Φως που έλαμπε την νύχτα και πλανιέται γύρω από την Γη, ερχόμενο από τα ξένα.

Νυκτιφαές περί γαίαν αλώμενον, αλλότριον φως (Παρμενίδης).              

Αιώνια η ψυχή των επτά αριθμών πορεύεται μέσα στο άπειρο σύμπαν.

Το άπειρο του σύμπαντος ταυτίζεται με την αιωνιότητα της ψυχής.

Η ψυχή είναι κατ΄ ανάγκη αθάνατη, γιατί είναι όμοια  με τον φυσικό κόσμο, που θεάται και κατανοεί. (Πυθαγόρας)

Ότι τα ουράνια σώματα μετατοπίζονται μέσα στον αέρα, σύμφωνα  με κανονικούς νόμους και παράγουν ήχους.

Ότι τους πιο αρμονικούς ήχους παράγουν οι σφαίρες και επειδή το σύμπαν διακατέχεται από αρμονία , όλα όσα περιέχει είναι σφαιρικά!!

Υπάρχουν εικόνες ή δομές που έχουν το ίδιο σχήμα, όπως τα στερεά σώματα που παρατηρούμε, αλλά εξαιρετικά λεπτεπίλεπτη υφή.

Είναι αρκετά πιθανόν ότι παρόμοιες απορροές σχηματίζονται κοντά σε κάποιο αντικείμενο και ότι καθώς απομακρύνονται, διατηρούν το σχήμα του.

Τις απορροές αυτές ονομάζουμε είδωλα.

Όσο τίποτα δεν παρεμβάλλεται στο δρόμο τους, η κίνηση των ειδώλων δια μέσου του κενού καλύπτει όποια απόσταση και εάν φαντασθεί κανείς σε απειροελάχιστο χρόνο. (Επίκουρος).

Ο μόνος αληθινός νόμος είναι αυτός προς την Ελευθερία. (Γλάρος Ιωνάθαν).

Σε τίποτα δεν εξυπηρετεί η γνώση χωρίς σοφία, δεν υπάρχει σοφία χωρίς πνευματικότητα και η πραγματική πνευματικότητα περιλαμβάνει πάντα την προσφορά στους άλλους. (Κουμφούκιος).

 

Επίκουρος – Επιστολή προς Μενοικέα ή Περί Βίου

 

      


Επίκουρος – Επιστολή προς Μενοικέα ή Περί Βίου

"πκουρος Μενοικε χαρειν.

122 "Μτε νος τις ν μελλτω φιλοσοφεν, μτε γρων πρχων κοπιτω φιλοσοφν· οτε γρ ωρος οδες στιν οτε πρωρος πρς τ κατ ψυχν γιανον. δ λγων μπω το φιλοσοφεν πρχειν ραν παρεληλυθναι τν ραν μοις στι τ λγοντι πρς εδαιμοναν μ παρεναι τν ραν μηκτι εναι. στε φιλοσοφητον κα νέῳ κα γροντι, τ μν πως γηρσκων νεζ τος γαθος διτν χριν τν γεγοντων, τ δ' πως νος μα κα παλαις δι τν φοβαν τν μελλντων. μελετν ον χρ τ ποιοντα τν εδαιμοναν, ε περ παροσης μν ατς πντα χομεν, ποσης δ πντα πρττομεν ες τ τατην χειν.

123 " δ σοι συνεχς παργγελλον, τατα κα πρττε κα μελτα, στοιχεα το καλς ζν τατ' εναι διαλαμβνων. πρτον μν τν θεν ζον φθαρτον κα μακριον νομζων, ς κοιν το θεο νησις πεγρφη, μηθν μτε τς φθαρσας λλτριον μτε τς μακαριτητος νοκειον ατ πρσαπτε· πν δ τ φυλττειν ατο δυνμενον τν μετ φθαρσας μακαριτητα περ ατν δξαζε. θεο μν γρ εσν· ναργς γρ ατν στιν γνσις. οους δ' ατος <ο> πολλοὶ νομζουσιν οκ εσν· ο γρ φυλττουσιν ατος οους νομζουσιν. σεβς δ οχ τος τν πολλν θεος ναιρν, λλ' τς τν πολλν δξας  

Ο Επίκουρος χαιρετά τον Μενοικέα.

[122] Ούτε όταν είναι κανείς νέος δεν πρέπει να αναβάλει να φιλοσοφεί ούτε όταν είναι γέρος δεν πρέπει να θεωρεί κοπιαστικό να φιλοσοφεί. Διότι ποτέ δεν είναι ούτε πολύ νωρίς ούτε πολύ αργά για να φροντίσει την υγεία της ψυχής του.

Και αυτός που λέει ότι ο καιρός για να φιλοσοφήσει δεν έχει φτάσει ακόμη ή ότι έχει περάσει ήδη, μοιάζει με εκείνον που λέει είτε ότι δεν έχει έλθει ακόμα ο καιρός για την ευδαιμονία είτε ότι δεν υπάρχει πλέον καιρός γι’ αυτήν. Συνεπώς, πρέπει και ο νέος και ο γέρος να φιλοσοφούν, ο μεν ένας, καθώς γερνάει, να παραμένει νέος ανάμεσα στα αγαθά, χάρη στα ευχάριστα γεγονότα του παρελθόντος, ο δε άλλος, αν και νέος για να μη φοβάται, σαν γέρος το μέλλον. Πρέπει, επομένως, να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευδαιμονία, επειδή όταν την κατέχουμε, έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

[123] Τα πράγματα μάλιστα που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι θεωρώντας ότι αυτά είναι βασικές αρχές του καλώς ζην. Πρώτα απ’ όλα πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό αθάνατο και μακάριο, σύμφωνα με την κοινή παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις ποτέ σ’ αυτόν τίποτα που θα ήταν ξένο προς την αφθαρσία του, ούτε αταίριαστο προς την μακαριότητά του. Αλλά να πιστεύεις πάντοτε γι’ αυτόν κάθε τι που είναι ικανό να διαφυλάξει την αφθαρσία και την μακαριότητά του. Διότι οι θεοί υπάρχουν, επειδή η γνώση που έχουμε γι’ αυτούς είναι ολοφάνερη. Αλλά δεν είναι οι θεοί όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος. Διότι δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση για τους θεούς. Και ασεβής δεν είναι αυτός που δεν αποδέχεται τους θεούς των πολλών ανθρώπων.  

124 θεος προσπτων. ο γρ προλψεις εσν λλ' πολψεις ψευδες α τν πολλν πρ θεν ποφσεις· νθεν α μγισται βλβαι τε τος κακος κ θεν πγονται κα φλειαι <τος γαθος>. τας γρ δαις οκειομενοι δι παντς ρετας τος μοους ποδχονται, πν τ μ τοιοτον ς λλτριον νομζοντες. "Συνθιζε δ ν τ νομζειν μηθν πρς μς εναι τν θνατον· πε πν γαθν κα κακν ν ασθσει· στρησις δ στιν ασθσεως θνατος. θεν γνσις ρθ το μηθν εναι πρς μς τν θνατον πολαυστν ποιε τ τς ζως θνητν, οκ πειρον προστιθεσα χρνον λλ τν τς θανασας φελο 125 μνη πθον. οθν γρ στιν ν τ ζν δεινν τκατειληφτι γνησως τ μηθν πρχειν ν τ μ ζν δεινν· στε μταιος λγων δεδιναι τν θνατον οχ τι λυπσει παρν λλ' τι λυπε μλλων. γρ παρν οκ νοχλεπροσδοκμενον κενς λυπε. τ φρικωδστατον ον τν κακν θνατος οθν πρς μς, πειδ περ ταν μν μες μεν, θνατος ο πρεστιν· ταν δ' θνατος παρ, τθ' μες οκ σμν. οτε ον πρς τος ζντς στιν οτε πρς τος τετελευτηκτας, πειδ περ περ ος μν οκ στιν, ο δ' οκτι εσν. λλ' ο πολλο τν θνατον τν ς μγιστον τν κακν φεγουσιν, τ δ ς νπαυσιν τν

 [124] αλλά αυτός που αποδίδει στους θεούς αυτά που οι πολλοί πιστεύουν γι’ αυτούς. Επειδή αυτά τα οποία φρονούν οι πολλοί άνθρωποι για τους θεούς δεν είναι αντιλήψεις αλλά ψεύτικες δοξασίες. Σύμφωνα με αυτές τις ψεύτικες δοξασίες και οι μεγαλύτερες συμφορές για τους κακούς και οι ωφέλειες για τους καλούς προέρχονται από τους θεούς, επειδή το πλήθος, εντελώς εξοικειωμένο με την ιδιαίτερη έννοια που έχει για την αρετή, δεν αποδέχεται παρά μόνο τους θεούς που είναι σύμφωνοι με αυτή την αρετή, αλλά θεωρεί ξένο κάθε τι που είναι διαφορετικό.

Να συνηθίζεις να θεωρείς ότι ο θάνατος είναι ένα τίποτα για μας, γιατί κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, και ο θάνατος είναι η στέρηση της αίσθησης. Έτσι, η επίγνωση ότι ο θάνατος είναι ένα τίποτα για μας κάνει απολαυστική την θνητή ζωή μας, όχι επειδή προσθέτει άπειρο [125] χρόνο σ’ αυτήν αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτα δεν είναι φοβερό στην ζωή για όποιον έχει

πραγματικά κατανοήσει ότι τίποτα φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ανόητος λοιπόν αυτός που λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι γιατί θα υποφέρει όταν έρθει, αλλά διότι τον θλίβει η προσμονή του. Διότι άδικα λυπάται κανείς προσμένοντας ένα πράγμα που δεν ενοχλεί όταν είναι παρόν. Έτσι λοιπόν το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για μας, επειδή ακριβώς όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει, όταν δε ο θάνατος έρθει τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Ο θάνατος λοιπόν δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους νεκρούς, επειδή δεν έχει σχέση με τους πρώτους, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πλέον. Αλλά οι πολλοί άλλοτε αποφεύγουν τον θάνατο ως το χειρότερο από τα κακά.

 126 ν τ ζν <κακν αρονται. δ σοφς οτε παραιτεται τ ζν> οτε φοβεται τ μ ζν· οτε γρ ατ προσσταται τ ζν οτε δοξζεται κακν ενα τι τ μ ζν. σπερ δ τσιτον ο τ πλεον πντως λλ τ διστον αρεται, οτω καχρνον ο τν μκιστον λλ τν διστον καρπζεται. δπαραγγλλων τν μν νον καλς ζν, τν δ γροντα καλς καταστρφειν εὐήθης στν ο μνον δι τ τς ζως σπαστν, λλ κα δι τ τν ατν εναι μελτην το καλς ζν κα το καλς ποθνσκειν. πολ δ χερων κα λγων (Thgn. 425, 427) καλν μν μ φναι, φντα δ' πως κιστα πλας Ἀΐδαο περσαι.

127 ε μν γρ πεποιθς τοτ φησι, πς οκ πρχεται κ τοζν; ν τομ γρ ατ τοτ' στιν, επερ ν βεβουλευμνον ατ βεβαως· ε δ μωκμενος, μταιος ν τος οκ πιδεχομνοις.

"Μνημονευτον δ ς τ μλλον οτε μτερον οτε πντως οχ μτερον, να μτε πντως προσμνωμεν ς σμενον μτε πελπζωμεν ς πντως οκ σμενον.

"ναλογιστον δ ς τν πιθυμιν α μν εσι φυσικα, α δκενα. κα τν φυσικν α μν ναγκααι, α δ φυσικα μνον· τν δ' ναγκαων α μν πρς εδαιμοναν εσν ναγκααι, αδ

  [126] άλλοτε τον επιλέγουν ως ανάπαυση από τα δεινά της ζωής. Αντίθετα, ο σοφός ούτε την ζωή περιφρονεί και ούτε φοβάται να μη ζει, επειδή ούτε η ζωή είναι βάρος γι’ αυτόν, και ούτε θεωρεί ότι είναι κακό το να μη ζει. Όπως ακριβώς δεν προτιμά πάντοτε το περισσότερο αλλά το πιο ευχάριστο φαγητό, έτσι και με τον χρόνο της ζωής του δεν απολαμβάνει τον περισσότερο αλλά τον πιο ευχάριστο. Και αυτός που συμβουλεύει τον μεν νέο να ζει καλά, τον δε γέρο να τελειώσει καλά την ζωή του, είναι ανόητος όχι μόνο επειδή η ζωή είναι όμορφή ( για το γέρο), αλλά και επειδή η φροντίδα να ζει κανείς καλά και να πεθάνει καλά είναι ένα και το αυτό. Μάλιστα πολύ χειρότερος είναι αυτός που λέει ότι καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς, «και όταν γεννηθεί, να περάσει όσο πιο γρήγορα τις πύλες του Άδη».

[127] Αν μεν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν εγκαταλείπει την ζωή; Πράγματι είναι κάτι που είναι πάντα στην ευχέρειά του, εάν ο θάνατος είναι σταθερή του επιθυμία. Αν όμως αστειεύεται, δείχνει ελαφρότητα σε θέματα που δεν σηκώνουν αστεία. Πρέπει να θυμάσαι ότι το μέλλον δεν είναι ούτε εντελώς δικό μας ούτε εντελώς πέρα από μας, ώστε μήτε να περιμένουμε ότι σίγουρα θα έλθει ούτε πάλι να απελπιζόμαστε ότι οπωσδήποτε δεν θα έρθει.

Πρέπει επίσης να αναλογιστείς ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και άλλες είναι μάταιες, και από τις φυσικές άλλες είναι αναγκαίες και άλλες μόνο φυσικές. Από δε τις αναγκαίες επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για να είναι.

 128 πρς τν το σματος οχλησαν, α δ πρς ατ τ ζν. οτων γρ πλανς θεωρα πσαν αρεσιν κα φυγν πανγειν οδεν π τν το σματος γειαν κα τν τς ψυχς ταραξαν, πε τοτο το μακαρως ζν στι τλος. τοτου γρ χριν πντα πρττομεν, πως μτε λγμεν μτε ταρβμεν· ταν δ' παξ τοτο περ μς γνηται, λεται πς τς ψυχς χειμν, οκ χοντος το ζου βαδζειν ς πρς νδον τι κα ζητεν τερον τ τς ψυχς κα το σματος γαθν συμπληρσεται. ττε γρ δονς χρεαν χομεν ταν κ το μ παρεναι τν δονν λγμεν· <ταν δ μὴ ἀλγμεν,> οκτι τς δονς δεμεθα. κα δι τοτο τν δονν ρχν κα τλος λγομεν εναι το μακαρως ζν· τατην γρ γαθν πρτον κα συγγενικν γνωμεν, κα π τατης καταρχμεθα πσης αρσεως καφυγς κα π τατην καταντμεν ς καννι τ πθει πν γαθν κρνοντες. κα πε πρτον γαθν τοτο κασμφυτον, δι τοτο κα ο πσαν δονν αρομεθα, λλ' στιν τε πολλς δονς περβανομεν, ταν πλεον μν τδυσχερς κ τοτων πηται· κα πολλς λγηδνας δονν κρεττους νομζομεν, πειδν μεζων μν δον παρακολουθπολν χρνον πομενασι τς λγηδνας. πσα ον δον δι τ φσιν χειν οκεαν γαθν, ο πσα μντοι αρετ· καθ περ κα λγηδν πσα κακν, ο πσα δὲ ἀεὶ [128] ανενόχλητο το σώμα, και άλλες για την ίδια την ζωή.

    Και πράγματι, μία αλάνθαστη θεώρηση των επιθυμιών πρέπει να ανάγει κάθε προτίμηση και κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και την αταραξία της ψυχής, επειδή εκεί βρίσκεται ο τελικός σκοπός της μακάριας ζωής. Επειδή κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε τον σωματικό πόνο και την ταραχή της ψυχής. Και από την στιγμή που το επιτύχουμε, σταματά κάθε ψυχική ταραχή, επειδή το ζωντανό ον δεν χρειάζεται πλέον να κινηθεί προς κάτι που του λείπει, ούτε να αναζητήσει κάτι άλλο για να συμπληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Διότι τότε χρειαζόμαστε την ηδονή, όταν πονούμε εξ’ αιτίας της απουσίας της, και όταν δεν πονούμε, δεν χρειαζόμαστε καθόλου την ηδονή. Και για τούτο λέμε ότι η ηδονή είναι αρχή και τέλος της μακάριας ζωής. Γιατί έχουμε διαγνώσει ότι η ηδονή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό μέσα μας, και ότι με αυτήν ως αφετηρία διαλέγουμε τι θα πράξουμε και τι θα αποφύγουμε, και ότι σε αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε κάθε αγαθό με γνώμονα αυτό που αισθανόμαστε. Και ακριβώς επειδή η ηδονή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό μέσα μας, δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις όπου προσπερνάμε πολλές ηδονές, όταν εξαιτίας τους προκύπτουν για μας μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Και υπάρχουν πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που ακολουθεί είναι για μας μεγαλύτερη, όταν για πολύ χρόνο υπομένουμε τους πόνους. Κάθε λοιπόν ηδονή, από μόνη της και από την ίδια της την φύση είναι κάτι καλό, εντούτοις δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή, καθ’ όμοιο τρόπο, κάθε πόνος είναι κάτι κακό, και παρόλα αυτά,

 130 φευκτ πεφυκυα. τ μντοι συμμετρσει κα συμφερντων κα συμφρων βλψει τατα πντα κρνειν καθκει· χρμεθα γρ τ μν γαθ κατ τινας χρνους ς κακ, τ δ κακτομπαλιν ς γαθ. κα τν ατρκειαν δ γαθν μγα νομζομεν, οχ να πντως τος λγοις χρμεθα, λλ' πως ἐὰν μ χωμεν τ πολλ, τος λγοις χρμεθα, πεπεισμνοι γνησως τι διστα πολυτελεας πολαουσιν ο κιστα τατης δεμενοι, κα τι τ μν φυσικν πν επριστν στι, τ δκενν δυσπριστον. ο τε λιτο χυλο σην πολυτελε διατ τν δονν πιφρουσιν ταν παν τ λγον κατ' νδειαν ξαιρεθ· καμζα κα δωρ τν κροττην ποδδωσιν δονν πειδν νδων τις ατ προσενγκηται. τ συνεθζειν ον ν τας πλας κα ο πολυτελσι διαταις κα γιεας στσυμπληρωτικν κα πρς τς ναγκαας το βου χρσεις οκνον ποιε τν νθρωπον κα τος πολυτελσιν κ διαλειμμτων προσερχομνους κρεττον μς διατθησι καπρς τν τχην φβους παρασκευζει.

"ταν ον λγωμεν δονν τλος πρχειν, ο τς τν στων δονς κα τς ν πολασει κειμνας λγομεν, ς τινες γνοοντες κα οχ μολογοντες κακς κδεχμενοι νομζουσιν, λλ τ μτε λγεν κατ σμα μτε ταρττεσθαι  

 [130] κάθε πόνος δεν πρέπει πάντοτε ν' αποφεύγεται. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξετάζουμε και να υπολογίζουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, πριν να κρίνουμε την αξία κάθε ηδονής και κάθε πόνου, γιατί χρησιμοποιούμε, σε ορισμένες περιπτώσεις, το αγαθό ως κακό, και το κακό, με τη σειρά του, ως αγαθό.

Και θεωρούμε την αυτάρκεια μεγάλο αγαθό, όχι για να  χρησιμοποιούμε τα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν δεν έχουμε τα πολλά, έχοντας την πεποίθηση ότι απολαμβάνουν πολύ ευχάριστα την πολυτέλεια αυτοί που την χρειάζονται λιγότερο, και ότι κάθε τι που είναι φυσικό αποκτιέται εύκολα, ενώ κάθε τι που είναι μάταιο αποκτιέται δύσκολα, και οι λιτές τροφές προσφέρουν ίση ηδονή με τα πολυτελή γεύματα, όταν εξαλείφουν τελείως όλο τον πόνο που προέρχεται από την έλλειψη, και το ψωμί και το νερό προκαλούν την πιο δυνατή ηδονή σ’ αυτόν που τα γεύεται αφού έχει νοιώσει την ανάγκη τους. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στην απλή διατροφή και όχι στην πολυτελή διατροφή, και εξασφαλίζει την υγεία και κάνει τον άνθρωπο ακούραστο στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής του και μας κάνει να νοιώθουμε πιο ευχάριστα όταν, κατά διαστήματα, πηγαίνουμε σε πολυτελή γεύματα, και μας προετοιμάζει να μην φοβόμαστε τις εναλλαγές της τύχης. Όταν λοιπόν λέμε ότι η ηδονή είναι ο τελικός σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και αυτές που συνίστανται στην αισθησιακή απόλαυση, όπως νομίζουν μερικοί από άγνοια και επειδή διαφωνούν με εμάς ή είναι κακώς πληροφορημένοι, αλλά εννοούμε να μην πονά το σώμα και να μην ταράσσεται η ψυχή.

 132 κατ ψυχν. ο γρ πτοι κα κμοι συνεροντες οδ' πολασεις παδων κα γυναικν οδ' χθων κα τν λλων σα φρει πολυτελς τρπεζα τν δν γενν βον, λλνφων λογισμς κα τς ατας ξερευνν πσης αρσεως καφυγς κα τς δξας ξελανων ξ ν πλεστος τς ψυχς καταλαμβνει θρυβος. τοτων δ πντων ρχ κα τμγιστον γαθν φρνησις· δι κα φιλοσοφας τιμιτερον πρχει φρνησις, ξ ς α λοιπα πσαι πεφκασιν ρετα, διδσκουσα ς οκ στιν δως ζν νευ το φρονμως κακαλς κα δικαως, <οδ φρονμως κα καλς κα δικαως> νευ το δως· συμπεφκασι γρ α ρετα τ ζν δως, κατ ζν δως τοτων στν χριστον.

133 "πε τνα νομζεις εναι κρεττονα το κα περ θεν σια δοξζοντος κα περ θαντου δι παντς φβως χοντος κατ τς φσεως πιλελογισμνου τλος, κα τ μν τν γαθν πρας ς στιν εσυμπλρωτν τε κα επριστον διαλαμβνοντος, τ δ τν κακν ς χρνους πνους χει βραχες, τν δ π τινων δεσπτιν εσαγομνην πντων γγελντος <εμαρμνην κα μλλον μν κατ' νγκην γνεσθαι λγοντος>, δ π τχης, δ παρ' μς δι τ τν μν νγκην νυπεθυνον εναι, τν δ τχην στατον ρν, τδ παρ' μς δσποτον

 [132] Γιατί την ευχάριστη ζωή, δεν την γεννούν τα ποτά και οι συνεχείς διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών, ούτε ψαριών και των άλλων εδεσμάτων που προσφέρουν τα πολυτελή τραπέζια, αλλά ο νηφάλιος λογισμός, που ερευνά τις αιτίες για κάθε προτίμηση ή αποφυγή και διώχνει τις δοξασίες από τις οποίες προέρχεται η μεγαλύτερη ταραχή που καταλαμβάνει τις ψυχές μας.

Αρχή λοιπόν για όλα αυτά και το μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση.

Γι αυτό είναι πολυτιμότερη από την φιλοσοφία η φρόνηση, από την οποία απορρέουν όλες οι άλλες αρετές, και είναι αυτή που διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα αν η ζωή του δεν έχει φρόνηση ομορφιά και δικαιοσύνη, και ούτε πάλι μπορεί να έχει η ζωή του φρόνηση ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει ευχαρίστηση. Γιατί οι αρετές έχουν την ίδια φύση με την ευχάριστη ζωή, και η ευχάριστη ζωή δεν ξεχωρίζει από αυτές.

[133] Γιατί ποιόν θεωρείς άραγε καλύτερο από εκείνον τον άνθρωπο ο οποίος και για τους θεούς έχει γνώμες που τις χαρακτηρίζει ο σεβασμός, και που στέκεται παντοτινά άφοβος απέναντι στο θάνατο και που έχει κατανοήσει το σκοπό της φύσης, και που έχει αντιληφθεί ότι το μεν υπέρτατο αγαθό εύκολα προσεγγίζεται και εύκολα αποκτάται, το δε υπέρτατο κακό είτε έχει σύντομη διάρκεια είτε λίγους πόνους; Και περιγελά το πεπρωμένο, που κάποιοι το παρουσιάζουν σαν απόλυτο κυρίαρχο των πάντων, λέγοντας μάλλον ότι από τα πράγματα κάποια γίνονται από ανάγκη κάποια άλλα από τύχη και κάποια άλλα τέλος από την δική μας βούληση. Γιατί η μεν ανάγκη δεν υπόκειται σε ευθύνη, η τύχη από την άλλη μεριά είναι άστατη, αλλά η ελευθερία μας δεν εξουσιάζεται από κανέναν άλλον,

 134 κα τ μεμπτν κα τ ναντον παρακολουθεν πφυκεν (πε κρεττον ν τ περ θεν μθ κατακολουθεν τ τν φυσικν εμαρμν δουλεειν· μν γρ λπδα παραιτσεως πογρφει θεν δι τιμς, δ παρατητον χει τν νγκην), τν δ τχην οτε θεν ς ο πολλο νομζουσιν πολαμβνοντος (ον γρ τκτως θε πρττεται) οτε ββαιον αταν (<οκ> οεται μν γρ γαθν κακν κ τατης πρς τ μακαρως ζν νθρποις δδοσθαι, ρχς μντοι μεγλων γαθν κακν π τατης 135 χορηγεσθαι), κρεττον εναι νομζοντος ελογστως τυχεν λογστως ετυχεν· βλτιον γρ ν τας πρξεσι τκαλς κριθν <μ> ρθωθναι δι τατην.

"Τατα ον κα τ τοτοις συγγεν μελτα πρς σεαυτν μρας κα νυκτς πρς <τε> τν μοιον σεαυτ, κα οδποτε οθ' παρ οτ' ναρ διαταραχθσ, ζσεις δ ς θες ν νθρποις.οθν γρ οικε θνητ ζῴῳ ζν νθρωπος ν θαντοις γαθος."  [134] και φυσικά επιδέχεται τον ψόγο όσο και τον έπαινο.

Επειδή είναι προτιμότερο να ακολουθούμε τον μύθο για τους θεούς, παρά να υποδουλωνόμαστε στο πεπρωμένο των φυσικών φιλοσόφων, γιατί ο μύθος μας δίνει την ελπίδα να κάμψουμε τους θεούς τιμώντας τους, ενώ η αναγκαιότητα είναι αμείλικτη. Την τύχη όμως ούτε θεό την θεωρεί, όπως πιστεύουν οι πολλοί άνθρωποι - αφού τίποτα δεν γίνεται από τον θεό χωρίς τάξη - ούτε πάλι την θεωρεί ως αβέβαιη αιτία, δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται το καλό ή το κακό στους ανθρώπους για μια ευτυχισμένη ζωή, αλλά όμως παρέχει την ευκαιρία και την αρχή για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά.

[135] Πιστεύει τελικά ότι είναι καλύτερα να ατυχήσει σε κάτι που σκέφτηκε σωστά, παρά να ευτυχήσει χωρίς να έχει συλλογιστεί, γιατί είναι καλύτερο, στις ανθρώπινες πράξεις, να αποτύχει εκείνο που επιλέχθηκε σωστά, παρά να επιτύχει από ευνοϊκή τύχη εκείνο που κακώς επιλέχθηκε.

Αυτά λοιπόν, και όλα όσα σχετίζονται με αυτά, να συλλογίζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου και με κάποιον όμοιό σου και ποτέ δεν θα ταραχθείς ούτε στον ξύπνιο σου ούτε στον ύπνο σου, αλλά θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους.

Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό πλάσμα ένας άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά.

Απόδοση στα σύγχρονα ελληνικά

 ΕΔΕΣΣΑ2025