Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ "ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ Α' ΑΠΟ XΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ".


 

ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ Α' ΑΠΟ XΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ.

Η αυγή ανάτειλε κίτρινη και κρύα. Τα χιόνια είχαν αρχίσει να λιώνουν. 

Μα ο βοριάς έφερνε πάκο στα φτερά του παγωμένες βελόνες και ασφυχτικές δομές. Η άσπρη γυμνή πεδιάδα ήταν σπαρμένη μαύρα σημάδια. 

Χιλιάδες πτώματα σαπίζανε μέσα στο λασπωμένο χιόνι. Σκελετοί απαίσιοι, ωχροκίτρινοι, ξέσαρκοι, πού με τ’ αδειανά μάτια τους ατένιζαν τον ουρανό, λες κ’ η πίστη των ψυχών είχε αποτυπωθεί και στ’ άψυχα. 

Γύρω από τούς νεκρούς, πτωματικά υγρά είχαν λιώσει το χιόνι, και κάθε σκελετός ήταν σαν πεσμένο δέντρο πάνω σ’ ένα νησάκι πού το τριγύριζε η απέραντη θάλασσα του χιονιού. Κοπάδια κορακιών αυλάκωναν τον βρώμικο χειμωνιάτικο ουρανό, αναζητώντας διαρκώς καινούργια πτώματα. 

Η αναπάντεχη πανδαισία, τούς έδινε χαρούμενους κρωγμούς. κι’ ηδονικά φτερουγίσματα. Και τέλος, χορτασμένο. από σάπια σάρκα, σέρνονταν βαριοί στο χιόνι, ανίκανοι να κρώξουν, κοιτώντας τούς μισοφαγωμένους νεκρούς με φιλοσοφικό μάτι. 

Κι’ η απελπισία ήταν αβάσταχτη. Στους, κρωγμούς των κοράκων ανακατεύονταν τ’ αγκομαχητά κ' οι προσευχές των ετοιμοθάνατων πιστών. Όσοι ζούσαν ακόμα, γονατιστοί στις εκκλησίες περίμεναν τη Μεγάλη Στιγμή. Από τα σπασμένα παράθυρα, ο αέρας έφερνε τη φρίκη τής πεδιάδας. Στους καπνούς του λιβανιού ανακατευόταν η πτωμαΐνη, και στους ψαλμούς οι ρόγχοι. Κάπου στο βάθος, τρομαγμένα ανθρώπινα κοπάδια ούρλιαζαν. Ψηλοί καπνοί υψώνονταν στον ορίζοντα. Τα χωριά καιγόντανε, ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν χαρούμενα μέσα στην απελπισία. Ξημέρωσε η 1η Ιανουάριου του χιλιοστού από Χριστού γεννήσεως έτους. Ο Γεώργιος Κομεντινός, με το πρώτο φώτισμα τής αυγής, ξύπνησε. Έβγαλε το φαλακρό του κεφάλι κάτω από το βαρύ σκέπασμα, και άπλωσε το χέρι του πρός το μέρος τού κρεβατιού όπου έπρεπε να ήταν η γυναίκα του. Τα δάχτυλά του όμως, αντί να συναντήσουν το θερμό σώμα τής Αναστασώς, ψηλάφησαν κρύα σεντόνια και τραχιά σκεπάσματα. Ο Γεώργιος Κομεντινός άνοιξε το ένα μάτι του κι’ επείστηκε πώς η συμβία του είχε σηκωθεί από ώρα. 

-Θα είναι στο μαγέρικο, σκέφτηκε. Μα εγώ πεινώ! Ανακάθισε στο κρεβάτι του και κοίταξε μελαγ­χολικά το φτωχό φως πού έμπαινε από το παράθυρο. Η καντήλα τού εικονοστασιού ήταν σβηστή. Μ’ έκ­πληξη είδε ότι έλειπε ένα εικόνισμα τής Αγίας Παρασκευής.

-Αναστασώ! Ετοίμασέ μου να φάω! Άρμεξε τη γελάδα, και κοίτα στο κοτέτσι αν έχει αβγό!

Από τ’ άλλο δωμάτιο, ένας γρυλισμός απάντησε στη φράση του. Η πόρτα άνοιξε, και ένα φοβερό κε­φάλι πρόβαλε μέσ’ το ύποπτο μισόφωτο τού χειμωνιά­τικου πρωινού.

Ήταν η Αγγέλα, η πεθερά του.

-Αβγό ζητάς πρωί -πρωί, θεοκατάρατε; Γάλα γελαδινό ποθείς να πιείς τέτοια μέρα, έκτρωμα τού Βελζεβούλ;

Ο Κομεντινός χαμογέλασε. Τα ρητορικά άνθη τής πεθεράς του τον διασκέδαζαν.

-Γοργώ και Άρπυια, τής είπε. Τί κακό βλέπεις, αν φάω σήμερα αβγό; Τί γιορτή ονομάζει το ηλίθιο συναξάρι σου; Τού Αγίου Βασιλείου, επισκόπου Και­σαρείας, δεν ξημερώνει; Περιτομή τού Ιησού σου δεν είναι σήμερα, φανατικό γραΐδιο; Κατάλυση κρέατος δεν είναι;

Η Αγγέλα, σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, παίρνοντας το Θεό μάρτυρα τόσης ασέβειας. Τα μάτια της έχυναν φλόγες. . .

-Αντίχριστε! Ειδωλολάτρη! Εικονοκλάστη! Αρειανέ!

Αντίχριστος δεν είμαι, αφού δεν είμαι μορμολύ­κειο ειδωλολάτρης, αφού δεν προσκυνώ τα κακόμουτρα εικονίσματά σου, εικονοκλάστης, αφού δεν σού τάσπασα κατακέφαλα, και αρειανός, αφού δεν ανα­γνωρίζω καμιά φύση τού Χριστού σου. . .

Η γριά Αγγέλα σάστισε μπροστά στα φοβερά επιχειρήματα τού γαμπρού της, πού άλλωστε δεν τα καταλάβαινε.

-Είμαι φιλόσοφός τής σχολής τού Επικούρου, απάντησε ο Κομεντινός, και σαν τέτοιος, αρνιέμαι τον στενοκέφαλο Ισραηλίτη Θεό σου, και όλα τα δημιουρ­γήματα τού ανθρώπινου φανατισμού!

Η γριά έφριξε.

Ψήσου στην Κόλαση, Εωσφόρε, ύπαγε στον Άδη, εθνικέ! Να βλαστημάς τέτοια μέρα, μέρα τής Δεύτερης Παρουσίας! Λησμόνησες, ασεβή, ότι ήρθαν οι καιροί;

Δεν τυφλώθηκες από το φως τής Αγίας Γραφής; Δεν ακούς τις σάλπιγγες των Αγγέλων τής Αποκάλυψης;

Ο Κομεντίνος σήκωσε τούς ώμους.

-Οι γραφές σου είναι ελεεινά συνονθυλεύματα βαρβάρων  Σημιτών, ηλιθίων παπάδων κι’ ευνούχων καλογέρων. Όσο για τις σάλπιγγες των Αγγέλων σου δεν τις ακούω. Μόνο οι φωνές πού βγάζουν αυτοί οι βλάκες που αυτοκτονούν από πίστη και φανατισμό,

φτάνουν στ’ αφτιά μου. Κι’ αυτό μού αρκεί για να σιχαθώ τη θρησκεία σου!

-Ονομάζεις βλάκες τούς ευσεβείς, πού προσφέ­ρουν την ψυχή τους στο Θεό, και πεθαίνουν νηστεύοντες και μετανοούντες;

Ο Κομεντινός αναστέναξε. Κατέβηκε απ’ το κρε­βάτι, και επειδή το κρύο ήταν δυνατό, τυλίχτηκε με μια κουβέρτα.

-Άσε με ήσυχο, είπε. Δεν ξέρω αν η ασιτία θα χαρίσει τον παράδεισο σ’ αυτούς τούς αμαθείς πού αυτοκτονούν. Εγώ όμως δεν πιστεύω στον Παράδεισο και τα διάφορα παραμύθια σου! Πες μου, πού είναι η Αναστασώ;

Η γριά σταυροκοπήθηκε.

-Έφυγε! Πήρε το εικόνισμα τής άγιας Παρασκευής και πήγε στο βουνό μαζί με άλλους ευσεβείς να σώσει την ψυχή της!

Ο φιλόσοφος αναστέναξε για δεύτερη φορά.

- Φτωχή Αναστασώ! συλλογίστηκε. Αν δεν πεθάνει από την πείνα, θα γίνει υποχείρια κανενός βρωμε­ρού και ψευτοεβλαβούς καλόγερου. Είναι τόσο αθώα!

Και απελπισμένος πώς θα μπορούσε να φάει τέ­τοια μέρα, πήρε το ραβδί του κι’ έφυγε, αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα τού σπιτιού του.

Στους δρόμους, η λάσπη και το χιόνι είχαν ενωθεί σέ μια γλιστερή μάζα. Στις γωνιές των σπιτιών, ξαπλωμένοι στο βόρβορο, νηστευτές ξεψυχούσαν. Σ’ άλλα μέρη, άνθρωποι αδυνατισμένοι από την εγκρά­τεια, είχαν γλιστρήσει στο χιόνι, και πέφτοντας έσπα­σαν κάποιο μέλος τους. Κανείς δεν τούς βοηθούσε. Μα ούτε κι’ αυτοί ζητούσαν βοήθεια. Ούρλιαζαν από τον πόνο, σέρνοντας στο λιθόστρωτο τίς γαγγραινιασμένες πληγές τους. Και πέθαιναν στους κόλπους τού Κυρίου.

Ανάμεσα στα πτώματα και τούς ετοιμοθάνατους, κυκλοφορούσε ένα σμήνος ύποπτων ανθρώπων. Ήταν κάτι τι μεταξύ ζητιάνου και καλόγερου. Όλοι τους ήταν βρώμικοι και κίτρινοι. Και κάτω από τη χλω­μάδα τους, άλλοι έδειχναν σκελετώδη σώματα, και άλλοι αρρωστιάρικα ξύγκια. Το τρίχινο ράσο τους είχε χά­σει κάθε χρώμα, κι’ οι ψαλμοί τους γιόμιζαν την πόλη με κακόηχους φθόγγους.

Οι εκκλησίες ήταν πάντοτε γεμάτες από ένα ενεργούμενο πλήθος. Οι δοξολογίες ακολουθούσαν τις λει­τουργίες, και οι ακολουθίες των νεκρών τις ευχαρι­στίες. Μολονότι γιορτάζονταν Χριστούγεννα, σέ μία εκκλησία ψάλθηκε ο Ακάθιστος Ύμνος και σ’ ένα εξωκλήσι, ένας ευσεβής μοναχός διάβασε την ακολουθία των Παθών, ενώ οι πιστοί ψέλναν εγκώμια.

Οι καλόγεροι κήρυτταν στις γωνιές το τέλος τού κόσμου, και χτυπούσαν το στήθος τους με τις πυγμές τους, θέλοντας έτσι να εξαγοράσουν τις αμαρτίες των ανθρώπων.

Παρθένες άκουσαν μέσα τους τη φωνή τού Θεού, και σέ υστερική καταληψία, έλεγαν διάφορα δυσνόητα λόγια. Οι ποταμοί πάγωσαν από το κρύο, και η γη ταράχτηκε σέ φοβερό σεισμό. Αυτά, και άλλα σημεία, έδειχναν ότι έφτασαν οι καιροί, και ότι γρήγορα θ’ αντηχούσε η σάλπιγγα τής Δεύτερης Παρουσίας.

Ο Γεώργιος Κομεντινός τριγύριζε στους δρόμους, σκοντάφτοντας πάνω στα ξυλιασμένα σώματα και γλιστρώντας  στο βρωμερό χιόνι. Οι οιμωγές, οι ψαλμοί και η απελπισία τάραξαν την ψυχή του. Και κοιτώντας με μίσος τον  ουρανό, ψιθύρισε τούς λόγους τού ποιητή. Tantum religio potuit suadere dolorum ... (Μόνο η θρησκεία θα μπορούσε να μας πείσει για τον πόνο...).

Ύστερα όμως κράτησαν στην ψυχή του ανώτερα αισθήματα, και κοιτούσε απαθής την ανθρώπινη δυστυ­χία. Συλλογιζόταν τις μεγάλες αρχές τού Κυρηναίου Αριστίππου, τού άθεου Εφήμερου και τού υπέροχου Επικούρου. Και με γαλήνια ψυχή τριγυρνούσε ανά­μεσα στο θάνατο.

Περνώντας έξω από τη Μητρόπολη, έμαθε πώς ο άρχοντας τού Πολύδεντρου χάρισε το υποστατικό των Αλωνιών στη Μονή της Παντάνασσας. Κατά το μεση­μέρι, τριγύρισε όλα τα πανδοχεία, μα πουθενά δεν βρήκε τίποτα να φάει.

- Θεέ μου! είπε, μήπως θέλεις να επιβάλεις τυραννικά την αγιοσύνη της νηστείας και στους άπιστους ακόμα;

Το απόγεμα το κρύο δυνάμωσε. Ο βοριάς έφερε βαθύχρωμα σύννεφα, κι’ άρχισε να πέφτει αραιό χιόνι. Ο Κομεντινός, πεινασμένος και κρυωμένος, πήρε το δρόμο τού σπιτιού του.

-Ίσως γέννησε η κότα, συλλογίστηκε. Άραγε θα βρω όμως ξύλα ν’ ανάψω φωτιά;

Καθώς περνούσε το σταυροδρόμι τής άγιας Βαρ­βάρας, μερικά μισόγυμνα παιδιά τού ρίξανε πέτρες.

-Ιδού ο ασεβής, ιδού ο Εθνικός, ο Βεελζεβούλ! φώναξαν.

Για να τ’ αποφύγει, έστριψε αριστερά, και βγήκε εμπρός στη Μονή τού όσιου Λουκά.

Ο τρούλος τής εκκλησίας ήταν φωτισμένος, και οι καμπάνες χτυπού­σαν άταχτα.

Οι καλόγεροι κάναν ολονυχτία.

Μπρος στη θολωτή είσοδο ήταν μαζεμένο ένα κα­κόμορφο πλήθος. Άνθρωποι κάθε φύλου και ηλικίας, πού πολύχρωμα κουρέλια μόλις κατόρθωναν να σκε­πάζουν τη γύμνια τους. Τα μελανιασμένα πόδια τους ανακάτευαν το λασπωμένο χιόνι. Τα πρόσωπά τους είχαν μίαν αποχαυνωτική αφαίρεση.

Ένας ψηλός μελαχρινός καλόγερος ανεβασμένος πάνω σ’ ένα πεζούλι, μιλούσε με μεγάλες χειρο­νομίες.

-Ιδού, ήλθε η στιγμή, αδελφοί, έλεγε με τη βαθιά φωνή του. Οι προφήτες την ανήγγειλαν, και οι Άγιες Γραφές συμφωνούν επί τής εποχής. Χιλιάκις, ο ήλιος περί την γη εστράφη, αφ’ ότου ο Σωτήρ εν Βηθλεέμ είδε το φως. Όσοι σήμερον ζουν δεν θ’ αποθάνουν, διότι η ημέρα τής Κρίσεως θα προλάβει τον θάνατον. Τ’ ανομήματα τού αιώνος φέρνουν την συντέλειά του. Όθεν μετανοείτε, αδελφοί. Προσεύχεσθε, νηστεύετε, ίνα ο ερχόμενος Νυμφίος έβρει υμάς έτοι­μους κατά την Δευτέρα Παρουσία Του. Αλλοίμονο εις τούς τυφλούς την ψυχή! Δεν υπάρχει έλεος διά τας μωράς παρθένους !. ..

Αυτά και άλλα έλεγε, με πολλά λόγια, σέ φράσεις σκοτεινές, μπερδεμένες κι’ ατέλειωτες. Το μακρύ σώμα του έτρεμε από το κρύο και το φανατισμό. Και το πλήθος θρηνούσε, χτυπώντας μ’ απελπισία τις παλά­μες του και τραβώντας τα μαλλιά του.

—Ο άγιος Ιωάννης, εξακολούθησε ο καλόγερος, προβλέπων την έλευσιν τού Ιησού, μετέβη εις την έρημον, όπου νηστεύων, διδάσκων και βαπτίζων, κέρδισε την Βασιλεία των Ουρανών. Ας τον μιμηθώμεν, αδελφοί! Ας μεταβώμεν εις το όρος, και ας αναμείνωμεν εν νηστεία και προσευχή την ημέρα τής Οργής.

Το πλήθος επευφήμησε τούς λόγους τού ομιλητή. Ένας ξυλουργός έκοψε δυο ξερά κλαδιά από ένα δένδρο κ’ έφτιαξε έναν ψηλό σταυρό, ενώ ένας άλλος καλόγερος, κοντός και χοντρός, με μεγάλα έκπληκτα μάτια, έψελνε τη νεκρώσιμη ακολουθία μέσα σ’ ένα ποταμό δακρύων.

Αμέσως σχηματίστηκε μια λιτανεία. Μπροστά πήγαινε ο ψηλός, καλόγερος κρατώντας τον ξύλινο σταυρό. Ο συνάδερφός του τον ακολουθούσε κλαίγοντας και ψέλνοντας. Και πίσω το πλήθος φωνάζοντας:

-Ωσανά! Ωσανά έν τοις Υψίστοις! ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου!

Η πομπή τριγύρισε τους δρόμους τής πόλης, μαζεύοντας διαρκώς καινούργιους πιστούς. Και το βράδυ διευθύνθηκε κατά τη χιονισμένη πεδιάδα, ζητώντας τον Παράδεισο ανάμεσα στα πτώματα και τα κοράκια.

Ο Γεώργιος Κομεντινός πήρε το δρόμο τού σπι­τιού του. Τα πόδια του είχαν παγώσει από τη λάσπη, και οι νιφάδες σχημάτιζαν παγερές κηλίδες στη φα­λάκρα του.

Βρήκε την πόρτα ανοιχτή και το σπίτι του έρημο. Μ’ ευχαρίστηση διαλογίστηκε πώς πιθανόν η πεθερά του πήγε ν’ αγιάσει. Η πείνα του όμως γινόταν απαι­τητική. Στο κελάρι δε βρήκε παρά λίγο τυρί. Άρ­μεξε την αγελάδα και πήρε δυο αβγά απ’ το κοτέτσι.

- Και τώρα πρέπει ν’ ανάψω φωτιά, συλλογίστηκε. θα ζεσταθώ και θα ψήσω τ’ αβγά. Μόνο που δεν έχω ψωμί. Μα ο πραγματικός σοφός βρίσκει την ηδονή και με το τίποτε !

Μάζεψε μερικά ξερόκλαδα από την αυλή του, κι’ άναψε το τζάκι τού μαγειρειού.

Το βρεμένο ξύλο και­γόταν με θόρυβο και δυσκολία, γεμίζοντας την κά­μαρα καπνούς.

Ο Κομεντινός ξαπλώθηκε κοντά στη θαλπωρή τής φωτιάς. Τ’ αβγά έβραζαν μ’ ευχάριστο θόρυβο μες την κατσαρόλα, και λευκοί αφροί στεφάνωναν το γάλα. Απ’ έξω ο βοριάς έφερνε φωνές και θρήνους, ανακατεμένους με οιμωγές και ψαλμούς.

Άρχισε να τρώει το λιτό του δείπνο. Με ηδονή κοιλιόδουλου.

Εκείνη τή στιγμή, σαν ανακατεμένο μουρμουρητό, ακούστηκε ο θόρυβος μιας μάζας πού πλησίαζε. Ήταν ο ψηλός καλόγερος με το χοντρό σύντροφό του και τούς ευσεβείς, πού πήγαιναν στο βουνό να σώσουν την ψυχή τους. Περπατούσαν με στεναγμούς κι’ ολολυγμούς μετάνοιας, ψέλνοντας το «Άγιος, Κύριος Σαβαώθ».

Ο Κομεντινός δεν έδωσε σημασία στο θόρυβο. Εδώ κ’ έξη μήνες, ένας μυστικιστικός τρόμος είχε βγάλει τον κόσμο από την τροχιά του. Ήταν μια επανάσταση, μια ομαδική υποβολή, γενική παραφροσύνη, πού παρουσίαζε τα πιά ετερόκλητα φαινόμενα και τις πιο αναπάντεχες φάσεις. Ένα πλήθος περνούσε, πράγμα κοινότατο εκείνες τις μέρες. Ένα σύνολο ψυχοπαθών πού κυνηγούσε μια έμμονη ιδέα.

Η πορεία ήταν αργή και άταχτη. Μπροστά πή­γαινε ο καλόγερος με το σταυρό. Τον ακολουθούσε ο σύντροφός του, ποτίζοντας με ατέλειωτα δάκρυα τούς ψαλμούς του. Έκλαιγε αδιάκοπα ο χοντρός κα­λόγερος, και όλος ο κόσμος ακολουθούσε το παράδειγμά του.

Καθώς περνούσαν μπρος από το σπίτι του Κομεντινού, ακούστηκαν μερικές φωνές:

-Να, το σπίτι τού αιρετικού!

-Να το κρησφύγετο τού Σατανά!

-Θάνατος στον Εθνικό, τον Αποστάτη !

Ο καλόγερος στάθηκε να μάθει τί συμβαίνει. Ήταν ξένος και δεν ήξερε τα πρόσωπα τού τόπου.

Εδώ κάθεται ένας άθεος, εθνικός, αιρετικός, τού είπαν. Βλαστημάει την Παρθένο, αρνείται την αμόλυντη σύλληψή της, και περιγελάει το θεό. Η ύπαρξη του θα φέρει την οργή τού Κυρίου κατά των κεφαλών μας. Πρέπει να λείψει αυτή η έχιδνα!

Ο καλόγερος ύψωσε τα μάτια του πρός τον ουρανό.

Το έλεος τού Κυρίου είναι μέγα, είπε. Με τη βοήθεια του θα προσπαθήσω να φέρω αυτόν τον άπιστο στον δρόμο τής Αλήθειας!

 Kt’ αποφασιστικά μπήκε  στο σπίτι τού Κομεντινού. Το πλήθος δεν τον ακολούθησε. Στριμώχτηκε στην πόρτα και με περιέργεια κοιτούσε το σπίτι τού φι­λόσοφου.

Ο Κομεντινός εκείνη τη στιγμή ροφούσε με ηδονή το αχνιστό γάλα του. Στα πόδια του βρίσκονταν τα τσόφλια από τ' αβγά, και στο τραπέζι το μισοφαγωμένο τυρί.

Ο καλόγερος έφριξε ολόκληρος σ’ αυτό το θέαμα. Τα μάτια του πετούσαν αστραπές και το στόμα του δεν έβρισκε λέξεις για να εκφράσει τον αποτροπιασμό του.

Ο Κομεντινός παρατηρούσε μ’ έκπληξη τον ανα­πάντεχο επισκέπτη.

- Τί θέλει αυτός ο τράγος στο σπίτι μου; συλλογιζόταν.

Ο καλόγερος ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και κούνησε τον ξύλινο σταυρό με μανία. Από τό στόμα του βγήκαν χριστιανικοί κεραυνοί, στολισμένοι με τα λουλούδια τής καλογερίστικης ρητορικής:

-Έκτρωμα τού Βελζεβούλ! Δημιούργημα τού Αριμάν! Άνθρωπε χαμένε στο δρόμο τής Απώλειας! Όργανο τυφλό τού Σατανά! Τόσο πορώθηκε η ψυχή σου, ώστε να μη βλέπεις τη λάμψη τής Αλήθειας;

- Τί είναι η Αλήθεια; ρώτησε ατάραχα ό φι­λόσοφος.

-Ο Θεός! απάντησε ο καλόγερος.

- Και τί είναι ο θεός;

-Η Αλήθεια!

Ο Κομεντινός χαμογέλασε.

-Από το γάλα γίνεται τυρί, είπε, μα από το τυρί δεν γίνεται γάλα. Το επιχείρημά σου βρωμάει καλο­γερικό δογματισμό, και δεν τιμάει τούς ατράνταχτους κανόνες τής λογικής. Αν μπορείς ν’ ανέβεις σ’ ανώτερα διαλογικά επίπεδα, μείνε.

Ειδ’ άλως πάψε να μ’ ενοχλείς.

Ο καλόγερος στάθηκε. Το ατάραχο και βέβαιο ύφος τού συνομιλητή του, έκοψε τη φόρα τού λόγου του. Σαν έξυπνος άνθρωπος, κατάλαβε ότι στη συζή­τηση δε θα βγαίνε νικητής. Και το κοινό μπορεί να είναι σκληρό για τον αντίθετο στις τυφλές πεποιθή­σεις τού νικητή, μα είναι χωρίς έλεος για τον νικημένο ομοϊδεάτη. Η συζήτηση θάφερνε την οργή του πλή­θους κατά τού Κομεντινού, αλλά και την αδιαφορία για τον αγράμματο καλόγερο. Οι πιστοί του θα τον άφηναν. Η ποίμνη πού οδηγούσε στην οδό τής Σωτηρίας, θα τιμωρούσε τον βέβηλο μα κατόπι θα διαλυό­ταν, αντί να εξακολουθήσει τον ένδοξο Γολγοθά της.  Γι’ αυτό με τέχνη προσπάθησε να σώσει την κατά­σταση.

Με κίνημα θεατρικό γύρισε πρός τον όχλο, πού κοιτούσε στρυμωγμένος στην πόρτα, και τον πήρε μάρτυρα τής αγανάχτησής του.

-Ο Ιερόσυλος αρνείται τον θεό και τον ονομάζει τυρί!  Ούρλιαξε.

Ο βέβηλος αρνείται την Αλήθεια. Ο Σατανάς διώχνει το Φως και βουλώνει τ’ αφτιά του στον Λόγο τού Θεού!

Το πλήθος ταράχτηκε και τα πρόσωπα άρχισαν να δείχνουν σημεία αγριάδας.

Ο Κομεντινός όμως ατάραχος, είπε:

-Γιατί κατέρχεσαι τόσο χαμηλά, μικρέ δημοκόπε; Γιατί, αποφεύγοντας τη σιδερένια λογική μου, εκπορνεύεις τα ιερά, Σιμωνικέ !

Εγώ Σιμωνικός; ! εφρύαξε ο καλόγερος. Εγώ;...  Εγώ;. . . Το πρόσωπό του είχε γίνει ωχρό από λύσσα και το μακρύ σώμα του έτρεμε από την οργή. Έξαφνα τα μάτια του πέσανε στο λιτό δείπνο τού φιλόσοφου και άστραψαν από κρυφή χαρά.

- Χριστιανοί! φώναξε, θάνατος στον Άρειο! Έ­φαγε τέτοια μέρα αβγά και ήπιε γάλα!

-Μα είναι τού αγίου Βασιλείου σήμερα... προ­σπάθησε να δικαιολογηθεί ο Κομεντινός. Μα δεν προόφτασε. Το κοκαλιάρικο χέρι τού καλόγερου τού κατάφερε κατακέφαλα τον βαρύ ξύλινο σταυρό. Ο φιλόσοφος γονάτισε τυφλωμένος από το αίμα, ενώ το πλήθος ορμούσε στην κάμαρα ουρλιάζοντας, σπάζοντας, χτυπώντας.

Ο Κομεντινός χάθηκε κάτω από ένα πλήθος ποδιών και χεριών που χτυπούσαν με  λύσσα. το κορμί του. Και στη μέση της κάμαρας ο καλόγε­ρος ύψωνε το ματωμένο σταυρό πρός τον ουρανό, θυ­σία αίματος στον Γιεχωβά.

Και ύστερα εξακολούθησαν  τό δρόμο τους. Δέσανε το πτώμα τού Κομεντινού  μ’ ένα σκοινί και το σέρναν μαζί τους βλαστημώντας και φτύνοντας απάνω του.

Από την κάμαρα τού φόνου τελευταίος βγήκε ο χον­τρός καλόγερος, αφού αποτελείωσε κρυφά το τυρί και το γάλα. Ύστερα πρόφτασε τούς άλλους κ’ εξακολού­θησε να ψέλνει κλαίγοντας με ποταμούς δάκρυα.

Βγήκαν στην πεδιάδα τής απελπισίας, των κορά­κων και των πτωμάτων πού πέθαιναν «εν αρώματι αγιότητος». Ο αέρας έφερνε μια φοβερή βρώμα πτωμαΐ­νης και σαπίλας, Το χιόνι είχε στρώσει, και τα βή­ματα των πιστών άφηναν μια σειρά από σημάδια.

Με το πρώτο σκοτάδι πολλοί λιποτάχτησαν και γύρισαν στα σπίτια τους. Άλλοι πάλι, εξαντλημένοι από την νηστεία, έπεσαν στο χιόνι να πεθάνουν. Ως τόσο ο κα­λόγερος προχωρούσε μπροστά, με το σταυρό στα χέ­ρια. Η σκιά του ζωγραφιζόταν υποβλητικά στο μαυροκίτρινο ουρανό.

Καθώς περνούσαν από ένα πηγάδι, έριξαν μέσα το πτώμα και μόλυναν το νερό. Είχαν πιά βαρεθεί να σέρνουν τον άμορφο ματωμένο εκείνον όγκο. Κι’ εξακολούθησαν το δρόμο τους ψέλνοντας: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επι γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία...»

Το χιόνι έπεσε άφθονο ως το πρωί, σκεπάζοντας με το κρυστάλλινο σάβανό του τούς σκελετούς. 

Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ  1928

Το συναξάρι των Αμαρτωλών

Εκδόσεις  Ο ΓΛΑΡΟΣ 1935

Επιμέλεια και μεταφορά στην καθομιλουμένη

Ορφέας Αργυρός

Έδεσσα 2026

Ο Μ.  Καραγάτσης, με πραγματικό όνομα Δημήτριος Ροδόπουλος (Αθήνα, 23 Ιουνίου 1908 – 14 Σεπτεμβρίου 1960), υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες πεζογράφους της «Γενιάς του ’30». Διακρίθηκε για τα πληθωρικά μυθιστορήματά του, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με την ψυχολογική ανάλυση.

Γεννήθηκε στην Αθήνα, αλλά πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων στην επαρχία λόγω της δουλειάς του πατέρα του.

Το ψευδώνυμο «Καραγάτσης» προήλθε από ένα δέντρο (καραγάτσι- δρύς) στη Ραψάνη όπου διάβαζε μικρός, ενώ το «Μ.» συμβολίζει το «Μίτια» (αγάπη για τον Ντοστογιέφσκι).

Σπούδασε Νομικά στην Γκρενόμπλ και στην Αθήνα.

Εργάστηκε ως νομικός σύμβουλος και ασχολήθηκε ενεργά με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία.  

Πρωτοεμφανίστηκε το 1927 κερδίζοντας έπαινο σε διαγωνισμό της «Νέας Εστίας» με το διήγημα «Η κυρία Νίτσα».  

Έγραψε σπουδαία μυθιστορήματα όπως:

  • «Ο Γιούγκερμαν»
  • «Η Χίμαιρα»
  • «Ο Συνταγμένος»
  • «Βασίλης Λιάπκιν»
  • «Το 10» (ημιτελές)  

 

 

ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

 


ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

 

Κατά βάθος είμαι ζήτημα Φωτός είπε ο Σεφέρης.

Το Φως έρχεται από πολύ μακριά.

Από ένα χώρο όπου δεν υπήρχε χώρος, κι΄ από έναν χρόνο όπου δεν υπήρχε χρόνος.

Από τότε, τυλίγει τον Κόσμο και αναδεικνύει κάθε του έκφραση.

Χάρη στο Φως, μείναμε δεμένοι με το σύμπαν.

Δεν χωρίσαμε.

Δεν αποξενωθήκαμε.

Δεν αλλοτριωθήκαμε.

Το Φως που έλαμπε την νύχτα και πλανιέται γύρω από την Γη, ερχόμενο από τα ξένα.

Νυκτιφαές περί γαίαν αλώμενον, αλλότριον φως (Παρμενίδης).              

Αιώνια η ψυχή των επτά αριθμών πορεύεται μέσα στο άπειρο σύμπαν.

Το άπειρο του σύμπαντος ταυτίζεται με την αιωνιότητα της ψυχής.

Η ψυχή είναι κατ΄ ανάγκη αθάνατη, γιατί είναι όμοια  με τον φυσικό κόσμο, που θεάται και κατανοεί. (Πυθαγόρας)

Ότι τα ουράνια σώματα μετατοπίζονται μέσα στον αέρα, σύμφωνα  με κανονικούς νόμους και παράγουν ήχους.

Ότι τους πιο αρμονικούς ήχους παράγουν οι σφαίρες και επειδή το σύμπαν διακατέχεται από αρμονία , όλα όσα περιέχει είναι σφαιρικά!!

Υπάρχουν εικόνες ή δομές που έχουν το ίδιο σχήμα, όπως τα στερεά σώματα που παρατηρούμε, αλλά εξαιρετικά λεπτεπίλεπτη υφή.

Είναι αρκετά πιθανόν ότι παρόμοιες απορροές σχηματίζονται κοντά σε κάποιο αντικείμενο και ότι καθώς απομακρύνονται, διατηρούν το σχήμα του.

Τις απορροές αυτές ονομάζουμε είδωλα.

Όσο τίποτα δεν παρεμβάλλεται στο δρόμο τους, η κίνηση των ειδώλων δια μέσου του κενού καλύπτει όποια απόσταση και εάν φαντασθεί κανείς σε απειροελάχιστο χρόνο. (Επίκουρος).

Ο μόνος αληθινός νόμος είναι αυτός προς την Ελευθερία. (Γλάρος Ιωνάθαν).

Σε τίποτα δεν εξυπηρετεί η γνώση χωρίς σοφία, δεν υπάρχει σοφία χωρίς πνευματικότητα και η πραγματική πνευματικότητα περιλαμβάνει πάντα την προσφορά στους άλλους. (Κουμφούκιος).

 

Τα "Εις Εαυτόν" του Μάρκου Αυρήλιου: Φιλοσοφική ανάλυση | Ομιλία Άννας Μαρκοπούλου


 https://youtu.be/3q0kxXSp0B8?si=NH7bZXThC9q6tjnd

Λεύκιππος και Δημόκριτος ο Aβδηρίτης


 

 

Λεύκιππος και Δημόκριτος ο Aβδηρίτης

     Πέρα από την προσπάθεια σύνδεσης της αισθητής ύλης με το κοσμικό της αντίστοιχο, οι ατομικοί φιλόσοφοι, Λεύκιππος (5ος π.X. αιώνας) και Δημόκριτος ο Aβδηρίτης (460-370 π.X.) θεωρούσαν ως αιτία του Κόσμου την ύλη, από τη μηχανιστική κίνηση της οποίας παράγονταν τα όντα (υλικός ενισμός). Oι δύο φιλόσοφοι, μέσω της ατομικής θεωρίας τους, παρουσίασαν την πρώτη σοβαρή προσπάθεια υλιστικής εξήγησης του Κόσμου χωρίς την παρέμβαση κάποιας υπερφυσικής δύναμης.

H ερμηνεία του Κόσμου, κατ’ αυτούς, ήταν καθαρά μηχανική.



    O Λεύκιππος και ο Δημόκριτος δέχονταν ότι το Σύμπαν αποτελείται από το πλήρες και το κενόν, που τα ταύτιζαν με το «ον» και το «μη ον», εκ των οποίων το πλήρες συνιστούσε την ύλη:

O Λεύκιππος και ο φίλος (συνεργάτης) του, ο Δημόκριτος θεωρούν ως στοιχεία το πλήρες και το κενόν και ονομάζουν το ένα ον και το άλλο μη ον. Από αυτά πλήρες και στερεό είναι το ον, κενό και αραιό το μη ον (κι αν λένε ότι το ον δεν είναι κάτι περισσότερο από το μη ον είναι επειδή ούτε το κενό είναι κάτι λιγότερο από το σώμα) και υποστηρίζουν ότι αυτά είναι τα αίτια των όντων ως προς την ύλη.

H ύλη αποτελείται από σωμάτια μικροσκοπικά, αόρατα, αιώνια, αμετάβλητα και άφθαρτα: Τίποτε δεν δημιουργείται εκ του μη όντος και τίποτε καταστρεφόμενο δεν καταλήγει στο μη ον (Διογένη Λαέρτιος. Φιλοσόφων Βίοι IX 44).

Αυτά τα μη διασπώμενα περαιτέρω στοιχεία της ύλης, οι δύο φιλόσοφοι τα ονόμασαν άτομα, που σημαίνει: οι οπαδοί της ατομικής θεωρίας λένε ότι η διάσπαση της ύλης σταματά στα μη διαιρούμενα και δεν προχωρεί επ’ άπειρον. Tα άτομα –από το «α» στερητικό και το ρήμα τέμνω– δεν διασπώνται περαιτέρω και χωρίζονται μεταξύ τους με το κενόν: H αρχή των πάντων είναι τα άτομα και το κενόν, όλα τα άλλα απλώς νομίζουμε ότι υπάρχουν (Διογένη Λαέρτ., Φιλοσόφων Bίοι IX 44). Tα άτομα καλούνται και «ναστά» –από το ρήμα νάσσω, που σημαίνει γεμίζω πλήρως, στοιβάζω– επειδή εντός των ατόμων δεν υπάρχει κενό. Γι’ αυτό τον λόγο τα άτομα αποτελούν το στερεό τμήμα της ύπαρξης. Tα άτομα δεν έχουν «αρχή», γεννήθηκαν αυτόματα και τυχαία: φαίνεται ότι θεωρεί πως ο στρόβιλος δημιουργείται από μόνος του και τυχαία (Simpl. Phys. 327, 24).

Σημειώνουμε ότι ούτε ο Λεύκιππος ούτε ο Δημόκριτος καθόρισαν ποιοτικώς τα άτομα. Θεώρησαν μόνον ότι έχουν την ίδια σύσταση, απέκλειαν όμως κάθε είδους ποιοτική διαφορά μεταξύ τους, ενώ δέχονταν ότι είχαν διαφορές ως προς το μέγεθος και το σχήμα τους. Επίσης το δεύτερο στοιχείο, το κενό, το ονόμαζαν και μανόν, δηλαδή μη συμπυκνωμένο, το οποίο σύμφωνα με τους ατομικούς φιλοσόφους είχε κι αυτό πραγματική ύπαρξη, παρόμοια προς εκείνη που έχουν τα άτομα. Αυτή ακριβώς η θέση του Δημόκριτου να αποδίδει ύπαρξη –εκτός από την υπαρκτή και δεδομένη ύλη– και στον κενό χώρο, που δεν είναι υλικό δεδομένο, διαχωρίζει την ατομική θεωρία από τον κοινώς νοούμενο υλισμό και τη συσχετίζει με τη διαλεκτική θεώρηση της πραγματικότητας.

O Λεύκιππος και ο Δημόκριτος, προσπαθώντας να κατανοήσουν τη φύση της μορφοποιημένης και επιδεχόμενης τεχνική επεξεργασία ύλης, διατύπωσαν πρώτοι την άποψη ότι αυτή δεν είναι ενιαία και συμπαγής, αλλά συντίθεται από άτμητα στοιχειώδη σωμάτια (τα άτομα), τα οποία είναι αιώνια, αόρατα, δεν έχουν αρχή, γεννήθηκαν αυτόματα –μάλλον τυχαία– και χωρίζονται από το κενό. Tα άτομα επιπλέον –λόγω του κενού που υπάρχει μεταξύ τους– είναι προικοδοτημένα με την ιδιότητα της κίνησης, που παίρνει τη μορφή δίνης. Από τις αλληλοσυγκρούσεις κάποιων ατόμων στην κίνησή τους προκαλούνται οι παραπάνω δίνες –παρόμοιες με τις περιστροφικές κινήσεις του Αναξαγόρα– και μ’ αυτόν τον τρόπο σχηματίζονται τα σώματα. Από τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις των ατόμων –μέσω διαφόρων συνδυασμών– τα όμοια άτομα αλληλοέλκονται και ενώνονται προκειμένου να σχηματίσουν νέα σώματα και Κόσμους. Oι Κόσμοι, διάφοροι στο μέγεθος, δημιουργούνται «κατ’ ανάγκην». Σύμφωνα με τον Διογένη τον Λαέρτιο (Φιλοσόφων Bίοι IX 45) ο Δημόκριτος τη δίνη αυτή την ονόμαζε «ανάγκη»: Θεωρεί ότι τα πάντα δημιουργούνται από «ανάγκη» και ότι η αιτία της γένεσης όλων των όντων είναι η στροβιλική κίνηση, που την αποκαλεί «ανάγκη».

Πράγματι οι φιλόσοφοι της Ατομιστικής Σχολής υποστήριζαν: O κόσμος, συνεπώς, δεν θα μπορούσε να κινηθεί αναγκαστικά και εξαιτίας της δίνης, όπως ισχυρίζονταν οι οπαδοί του Δημόκριτου (Sext. IX 113).

    O Λεύκιππος υποστήριζε ότι: Από αυτό δημιουργούνται άπειροι κόσμοι που διαλύονται σ’ αυτά τα στοιχεία (Διογένης Λαέρτιος, Φιλοσόφων Bίοι IX 31ff) και σύμφωνα με τον Σιμπλίκιο: O Λεύκιππος και ο Δημόκριτος λένε πως υπάρχουν άπειροι σε πλήθος κόσμοι μέσα σε άπειρο κενό και δημιουργούνται από άπειρα σε πλήθος άτομα (Simpl. de Caelo 202, 16). Ένας απ’ αυτούς τους αμέτρητους Κόσμους είναι κι αυτός στον οποίο ανήκουμε κι εμείς.

Bλέπουμε, λοιπόν, ότι η έννοια του απείρου στους θεμελιωτές της ατομικής θεωρίας έχει συγκεκριμένη υλική υπόσταση, αφού αναφέρεται αφενός μεν στο άπειρο πλήθος των σωματιδίων, αφετέρου δε στο άπειρο πλήθος των όντων, των φαινομένων και των Κόσμων.

O Λεύκιππος και ο Δημόκριτος θεωρούνται οι ιδρυτές της ατομικής θεωρίας, ενός κοσμοθεωρητικού συστήματος με οργανική ενότητα, που κατά το μάλλον ή ήττον αποτελεί τη μεγαλύτερη επιστημονική κατάκτηση του αρχαιοελληνικού πνεύματος.

O Δημόκριτος –θέλοντας να δώσει τη δική του άποψη για τη δομή του Κόσμου– προσπάθησε στην ατομική θεωρία του να συγκεράσει τις απόψεις τόσο του Παρμενίδη όσο και του Ηράκλειτου.

Πράγματι, από μία άποψη τα άτομα, ως μη δυνάμενα να τμηθούν περαιτέρω, παραμένουν αναλλοίωτες οντότητες, γεγονός που ικανοποιεί τις απόψεις του Παρμενίδη ότι πέρα και πίσω από τον μεταβαλλόμενο Κόσμο μας υπάρχει μια σταθερότητα που την εξασφαλίζει η νόησή μας.

Επιπλέον, όταν ο Δημόκριτος ομιλεί για τους ποικίλους συνδυασμούς των ατόμων που δημιουργούνται από τη διαρκή κίνησή τους επικροτεί και υιοθετεί την άποψη του Ηράκλειτου για την αέναη μεταβολή στον Κόσμο.

Σύμφωνα με την ατομική θεωρία, τα άτομα παρουσιάζουν απειρία σχημάτων και με τις στροβιλώδεις κινήσεις τους ενώνονται μεταξύ τους σχηματίζοντας το πυρ, τον αέρα, το ύδωρ και τη γη, δηλαδή τα τέσσερα βασικά στοιχεία.

Πράγματι, οι δύο σοφοί υποστήριζαν ότι διάφοροι βαθμοί συγκέντρωσης των ατόμων παρέχουν τη διαφορετική πυκνότητα των σωμάτων, τα οποία κινούνται πάντα εν μέσω του κενού.

H κίνησή τους αυτή προκαλεί συνεχείς στροβιλισμούς και συνενώσεις ατόμων, από τα οποία προκύπτει ο σχηματισμός τόσο των διαφόρων σωμάτων, όσο και των διαφόρων Κόσμων.

O Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστήριζαν την ύπαρξη ενός απείρου ατομιστικού Σύμπαντος, οι αναρίθμητοι Κόσμοι του οποίου, γεμάτοι ζωή, ήταν το τυχαίο αποτέλεσμα μιας απλής συσσωμάτωσης ατόμων.

Σύμφωνα με τις απόψεις των δύο φιλοσόφων, μέσω της περιδινητικής κίνησης των εκάστοτε συγκεντρωμένων ατόμων, δημιουργούνται διάφοροι Κόσμοι στο κενό διάστημα, από τους οποίους κάποιοι μοιάζουν με τον δικό μας Κόσμο, ενώ άλλοι είναι τελείως διαφορετικοί.

O Ιππόλυτος (2ος-3ος μ.X. αιώνας) στο δοξογραφικό του έργο "Κατά πασών των αιρέσεων έλεγχος" [I, 13, 2-4, (D. 565, W. 16)] αναφέρει τις απόψεις του Λεύκιππου και του Δημόκριτου.

Συνεπώς, από το σχετικό εδάφιο που αποδίδει τις φιλοσοφικές απόψεις του Δημόκριτου, γίνεται φανερό ότι ο Aβδηρίτης φιλόσοφος είχε προ πολλού ξεπεράσει τις γεωκεντρικές αντιλήψεις της αρχαιότητας, καθώς και τη δοξασία ότι υπάρχει ένας μόνον Κόσμος, ο δικός μας. Oι κοσμολογικές απόψεις του όχι μόνον είναι συμβιβαστές με τις πλέον σύγχρονες, αλλά ακόμα και σήμερα καθοδηγεί με τη σπινθηροβόλα σκέψη του τους κοσμολόγους σε νέες πρωτοποριακές ιδέες.

Ωστόσο, πέρα από τα παραπάνω, ο Λεύκιππος υποστήριζε ότι το σχήμα της Γης ήταν πεπλατυσμένο, επιπεδόμορφο ή τρόπον τινά ότι η Γη είχε σχήμα τυμπανώδες: H γη βρίσκεται στο κέντρο και στροβιλίζεται. Tο σχήμα της είναι σαν του τυμπάνου (Διογ. Λαερτ. Φιλοσόφων Bίοι IX, 30ff). Tο ίδιο αναφέρει και ο Αριστοτέλης: Μερικοί θεωρούν πως είναι σφαιροειδής, άλλοι πως είναι πεπλατυσμένη και έχει σχήμα τυμπάνου (Aριστ. Περί Oυρανού B, 293b, 34-36).

Ομοίως ο Δημόκριτος, ακολουθώντας τον δάσκαλό του Λεύκιππο, θεωρούσε ότι η Γη ήταν πεπλατυσμένη (Aριστ. Περί Oυρανού B, 294b, 14). Υποστήριζε ότι το σχήμα της ομοίαζε με έναν πελώριο κυκλικό δίσκο (δισκοειδής ή «προμήκης»), που ήταν κοίλος στο κέντρο του: O Δημόκριτος –θεωρεί ότι– η γη μοιάζει στο πλάτος με δίσκο, ενώ στο μέσον της είναι κοίλη [Aέτ. III, 10, 5 (D. 377)].

Σύμφωνα με τον Αέτιο, τόσο ο Λεύκιππος όσο και ο Δημόκριτος θεωρούσαν σφαιροειδή τον κόσμο [Aέτ. II, 2, 2 (D. 329)].

O Δημόκριτος θεωρούσε ότι η Γη: υπόκειται σε κραδασμούς, χωρίς όμως να κινείται. O Αέτιος σημειώνει ότι ο Δημόκριτος υποστήριζε αυτή την άποψη όταν η Γη βρισκόταν στη φάση σχηματισμού της κατά τη συνάθροιση των ατόμων και κραδαινόταν λόγω του τότε μικρού της μεγέθους και της ελαφρότητάς της.

Συν τω χρόνω η Γη συμπυκνώθηκε, απέκτησε ικανή μάζα και τελικά ακινητοποιήθηκε: O Δημόκριτος θεωρεί ότι η γη, εξαιτίας του μικρού της μεγέθους και της ελαφρότητάς της, στην αρχή περιπλανιόταν, με το πέρασμα όμως του χρόνου η μάζα της πύκνωσε, έγινε βαρύτερη και έμεινε σταθερή [Aέτ. III, 13, 4 (D. 378)].

Oι απόψεις του Λεύκιππου και του Δημόκριτου στη φυσική –για τη δομή της ύλης–, την αστροφυσική, την κοσμογονία, την κοσμολογία, τη βιολογία και άλλους τομείς, πλησιάζουν ή προαναγγέλλουν σε αρκετά σημεία τις σύγχρονες επιστημονικές επιτεύξεις των φυσικών επιστημών.

O Δημόκριτος πίστευε ότι ο Ήλιος είναι μύδρος διάπυρος [πυρακτωμένος σίδηρος ή διάπυρη πέτρα, Aέτ. II, 20, 7 (D. 349)] και ότι η Σελήνη έχει βουνά, κοιλάδες και φαράγγια. Υποστήριζε ότι οι απλανείς αστέρες βρίσκονται πιο μακριά από τη Γη απ’ ό,τι οι πλανήτες, ενώ θεωρούσε ότι ο Γαλαξίας είναι ένα σύνολο πάρα πολλών μικρών άστρων: O Δημόκριτος λέει ότι είναι μια φωτεινή δέσμη που προέρχεται από πολλά μαζί, μικρά και γειτονικά αστέρια, που το καθένα φωτίζει τα άλλα εξαιτίας της πυκνής συγκέντρωσής τους [Για τον Γαλαξία, Aέτ. III, 1, 6 (D. 365)].

H κεντρική έννοια της ηθικής του Δημόκριτου ήταν η «ευθυμία». Πίστευε ότι η ανθρώπινη ζωή διέπεται από μια άτεγκτη νομοτέλεια την οποία ο άνθρωπος δεν πρέπει να διαταράσσει. Tο μεγαλύτερο αγαθό είναι η ευδαιμονία, η οποία έχει υπόβαθρο την ψυχική γαλήνη και τη συμμετρία της ζωής. Σημειώνουμε ότι η υλιστική θεώρηση του Κόσμου, όπως διατυπώθηκε από τον Δημόκριτο και αργότερα από τον Επίκουρο, βρίσκεται αντιμέτωπη της ιδεαλιστικής θεώρησης του Κόσμου μας, όπως διαμορφώθηκε από τον Πλάτωνα. Τονίζουμε ότι έως το τέλος του 19ου αιώνα οι αντιλήψεις για τα άτομα δεν είχαν αλλάξει και μόνον σήμερα, μετά τις συνταρακτικές αποκαλύψεις στον Μικρόκοσμο, έχουν διαφοροποιηθεί.

Kαι βέβαια ισχύει πάντοτε η άποψη του Βέρνερ Xάιζενμπεργκ (W. Heisenberg) ότι: Είναι αδύνατον να ασχοληθεί κανείς με την ατομική φυσική, χωρίς να γνωρίζει την ελληνική φιλοσοφία της φύσης.

Αυτά τονίζει στο έργο του: H Εικόνα της φύσης στη σύγχρονη Φυσική (σελ. 48), γράφοντας ότι η πεποίθηση αυτή τού εντυπώθηκε όταν διάβασε τον Τίμαιο του Πλάτωνος και άλλα έργα Ελλήνων φιλοσόφων, διαπιστώνοντας τότε ότι οι βασικές σκέψεις της ατομικής θεωρίας έγιναν κατά πολύ διαυγέστερες από πριν. Ομοίως και ο Άλμπερτ Αϊνστάιν γράφει ότι τις πρώτες νύξεις για τη Θεωρία της Σχετικότητας τις πήρε διαβάζοντας τον Τίμαιο του Πλάτωνος.

Άλλωστε, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος με το αξίωμα: τίποτα δεν συμβαίνει τυχαία, αλλά όλα προκαλούνται από μία αιτία και με αναγκαιότητα, προκαθόριζαν από την ελληνική αρχαιότητα την «αρχή της αιτιότητας» της σύγχρονης φυσικής. H αναγκαστική σχέση αιτίου και αιτιατού είναι γήινος φυσικός νόμος που δεν επιδέχεται απόκλιση.

 

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ "ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ Α' ΑΠΟ XΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ".

  ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ Α' ΑΠΟ XΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ. Η αυγή ανάτειλε κίτρινη και κρύα. Τα χιόνια είχαν αρχίσει να λιώνουν.  Μα ο βοριάς έφερνε ...