ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ Α' ΑΠΟ XΡΙΣΤΟΥ
ΓΕΝΝΗΣΗ.
Η αυγή ανάτειλε κίτρινη και κρύα. Τα χιόνια είχαν αρχίσει να λιώνουν.
Μα ο βοριάς έφερνε πάκο στα φτερά του παγωμένες βελόνες και ασφυχτικές δομές. Η άσπρη γυμνή πεδιάδα ήταν σπαρμένη μαύρα σημάδια.
Χιλιάδες πτώματα σαπίζανε μέσα στο λασπωμένο χιόνι. Σκελετοί απαίσιοι, ωχροκίτρινοι, ξέσαρκοι, πού με τ’ αδειανά μάτια τους ατένιζαν τον ουρανό, λες κ’ η πίστη των ψυχών είχε αποτυπωθεί και στ’ άψυχα.
Γύρω από τούς νεκρούς, πτωματικά υγρά είχαν λιώσει το χιόνι, και κάθε σκελετός ήταν σαν πεσμένο δέντρο πάνω σ’ ένα νησάκι πού το τριγύριζε η απέραντη θάλασσα του χιονιού. Κοπάδια κορακιών αυλάκωναν τον βρώμικο χειμωνιάτικο ουρανό, αναζητώντας διαρκώς καινούργια πτώματα.
Η αναπάντεχη πανδαισία, τούς έδινε χαρούμενους κρωγμούς. κι’ ηδονικά φτερουγίσματα. Και τέλος, χορτασμένο. από σάπια σάρκα, σέρνονταν βαριοί στο χιόνι, ανίκανοι να κρώξουν, κοιτώντας τούς μισοφαγωμένους νεκρούς με φιλοσοφικό μάτι.
Κι’ η απελπισία ήταν αβάσταχτη. Στους, κρωγμούς των κοράκων ανακατεύονταν τ’ αγκομαχητά κ' οι προσευχές των ετοιμοθάνατων πιστών. Όσοι ζούσαν ακόμα, γονατιστοί στις εκκλησίες περίμεναν τη Μεγάλη Στιγμή. Από τα σπασμένα παράθυρα, ο αέρας έφερνε τη φρίκη τής πεδιάδας. Στους καπνούς του λιβανιού ανακατευόταν η πτωμαΐνη, και στους ψαλμούς οι ρόγχοι. Κάπου στο βάθος, τρομαγμένα ανθρώπινα κοπάδια ούρλιαζαν. Ψηλοί καπνοί υψώνονταν στον ορίζοντα. Τα χωριά καιγόντανε, ενώ οι καμπάνες χτυπούσαν χαρούμενα μέσα στην απελπισία. Ξημέρωσε η 1η Ιανουάριου του χιλιοστού από Χριστού γεννήσεως έτους. Ο Γεώργιος Κομεντινός, με το πρώτο φώτισμα τής αυγής, ξύπνησε. Έβγαλε το φαλακρό του κεφάλι κάτω από το βαρύ σκέπασμα, και άπλωσε το χέρι του πρός το μέρος τού κρεβατιού όπου έπρεπε να ήταν η γυναίκα του. Τα δάχτυλά του όμως, αντί να συναντήσουν το θερμό σώμα τής Αναστασώς, ψηλάφησαν κρύα σεντόνια και τραχιά σκεπάσματα. Ο Γεώργιος Κομεντινός άνοιξε το ένα μάτι του κι’ επείστηκε πώς η συμβία του είχε σηκωθεί από ώρα.
-Θα είναι στο μαγέρικο, σκέφτηκε. Μα εγώ πεινώ! Ανακάθισε στο κρεβάτι του και κοίταξε μελαγχολικά το φτωχό φως πού έμπαινε από το παράθυρο. Η καντήλα τού εικονοστασιού ήταν σβηστή. Μ’ έκπληξη είδε ότι έλειπε ένα εικόνισμα τής Αγίας Παρασκευής.
-Αναστασώ!
Ετοίμασέ μου να φάω! Άρμεξε τη γελάδα, και κοίτα στο κοτέτσι αν έχει αβγό!
Από
τ’ άλλο δωμάτιο, ένας γρυλισμός απάντησε στη φράση του. Η πόρτα άνοιξε, και ένα
φοβερό κεφάλι πρόβαλε μέσ’ το ύποπτο μισόφωτο τού χειμωνιάτικου πρωινού.
Ήταν
η Αγγέλα, η πεθερά του.
-Αβγό
ζητάς πρωί -πρωί, θεοκατάρατε; Γάλα γελαδινό ποθείς να πιείς τέτοια μέρα, έκτρωμα
τού Βελζεβούλ;
Ο
Κομεντινός χαμογέλασε. Τα ρητορικά άνθη τής πεθεράς του τον διασκέδαζαν.
-Γοργώ
και Άρπυια, τής είπε. Τί κακό βλέπεις, αν φάω σήμερα αβγό; Τί γιορτή ονομάζει το
ηλίθιο συναξάρι σου; Τού Αγίου Βασιλείου, επισκόπου Καισαρείας, δεν ξημερώνει;
Περιτομή τού Ιησού σου δεν είναι σήμερα, φανατικό γραΐδιο; Κατάλυση κρέατος δεν
είναι;
Η
Αγγέλα, σήκωσε τα χέρια της στον ουρανό, παίρνοντας το Θεό μάρτυρα τόσης
ασέβειας. Τα μάτια της έχυναν φλόγες. . .
-Αντίχριστε!
Ειδωλολάτρη! Εικονοκλάστη! Αρειανέ!
Αντίχριστος
δεν είμαι, αφού δεν είμαι μορμολύκειο ειδωλολάτρης, αφού δεν προσκυνώ τα
κακόμουτρα εικονίσματά σου, εικονοκλάστης, αφού δεν σού τάσπασα κατακέφαλα, και
αρειανός, αφού δεν αναγνωρίζω καμιά φύση τού Χριστού σου. . .
Η γριά
Αγγέλα σάστισε μπροστά στα φοβερά επιχειρήματα τού γαμπρού της, πού άλλωστε δεν
τα καταλάβαινε.
-Είμαι
φιλόσοφός τής σχολής τού Επικούρου, απάντησε ο Κομεντινός, και σαν τέτοιος, αρνιέμαι
τον στενοκέφαλο Ισραηλίτη Θεό σου, και όλα τα δημιουργήματα τού ανθρώπινου
φανατισμού!
Η
γριά έφριξε.
Ψήσου
στην Κόλαση, Εωσφόρε, ύπαγε στον Άδη, εθνικέ! Να βλαστημάς τέτοια μέρα, μέρα
τής Δεύτερης Παρουσίας! Λησμόνησες, ασεβή, ότι ήρθαν οι καιροί;
Δεν
τυφλώθηκες από το φως τής Αγίας Γραφής; Δεν ακούς τις σάλπιγγες των Αγγέλων τής
Αποκάλυψης;
Ο
Κομεντίνος σήκωσε τούς ώμους.
-Οι γραφές σου είναι ελεεινά
συνονθυλεύματα βαρβάρων Σημιτών, ηλιθίων
παπάδων κι’ ευνούχων καλογέρων. Όσο για τις σάλπιγγες των Αγγέλων σου δεν τις
ακούω. Μόνο οι φωνές πού βγάζουν αυτοί οι βλάκες που αυτοκτονούν από πίστη και
φανατισμό,
φτάνουν
στ’ αφτιά μου. Κι’ αυτό μού αρκεί για να σιχαθώ τη θρησκεία σου!
-Ονομάζεις
βλάκες τούς ευσεβείς, πού προσφέρουν την ψυχή τους στο Θεό, και πεθαίνουν νηστεύοντες
και μετανοούντες;
Ο
Κομεντινός αναστέναξε. Κατέβηκε απ’ το κρεβάτι, και επειδή το κρύο ήταν
δυνατό, τυλίχτηκε με μια κουβέρτα.
-Άσε
με ήσυχο, είπε. Δεν ξέρω αν η ασιτία θα χαρίσει τον παράδεισο σ’ αυτούς τούς
αμαθείς πού αυτοκτονούν. Εγώ όμως δεν πιστεύω στον Παράδεισο και τα διάφορα
παραμύθια σου! Πες μου, πού είναι η Αναστασώ;
Η
γριά σταυροκοπήθηκε.
-Έφυγε!
Πήρε το εικόνισμα τής άγιας Παρασκευής και πήγε στο βουνό μαζί με άλλους ευσεβείς
να σώσει την ψυχή της!
Ο
φιλόσοφος αναστέναξε για δεύτερη φορά.
-
Φτωχή Αναστασώ! συλλογίστηκε. Αν δεν πεθάνει από την πείνα, θα γίνει υποχείρια
κανενός βρωμερού και ψευτοεβλαβούς καλόγερου. Είναι τόσο αθώα!
Και
απελπισμένος πώς θα μπορούσε να φάει τέτοια μέρα, πήρε το ραβδί του κι’ έφυγε,
αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα τού σπιτιού του.
Στους
δρόμους, η λάσπη και το χιόνι είχαν ενωθεί σέ μια γλιστερή μάζα. Στις γωνιές
των σπιτιών, ξαπλωμένοι στο βόρβορο, νηστευτές ξεψυχούσαν. Σ’ άλλα μέρη,
άνθρωποι αδυνατισμένοι από την εγκράτεια, είχαν γλιστρήσει στο χιόνι, και
πέφτοντας έσπασαν κάποιο μέλος τους. Κανείς δεν τούς βοηθούσε. Μα ούτε κι’ αυτοί
ζητούσαν βοήθεια. Ούρλιαζαν από τον πόνο, σέρνοντας στο λιθόστρωτο τίς
γαγγραινιασμένες πληγές τους. Και πέθαιναν στους κόλπους τού Κυρίου.
Ανάμεσα
στα πτώματα και τούς ετοιμοθάνατους, κυκλοφορούσε ένα σμήνος ύποπτων ανθρώπων.
Ήταν κάτι τι μεταξύ ζητιάνου και καλόγερου. Όλοι τους ήταν βρώμικοι και
κίτρινοι. Και κάτω από τη χλωμάδα τους, άλλοι έδειχναν σκελετώδη σώματα, και άλλοι
αρρωστιάρικα ξύγκια. Το τρίχινο ράσο τους είχε χάσει κάθε χρώμα, κι’ οι ψαλμοί
τους γιόμιζαν την πόλη με κακόηχους φθόγγους.
Οι
εκκλησίες ήταν πάντοτε γεμάτες από ένα ενεργούμενο πλήθος. Οι δοξολογίες ακολουθούσαν
τις λειτουργίες, και οι ακολουθίες των νεκρών τις ευχαριστίες. Μολονότι
γιορτάζονταν Χριστούγεννα, σέ μία εκκλησία ψάλθηκε ο Ακάθιστος Ύμνος και σ’ ένα
εξωκλήσι, ένας ευσεβής μοναχός διάβασε την ακολουθία των Παθών, ενώ οι πιστοί
ψέλναν εγκώμια.
Οι
καλόγεροι κήρυτταν στις γωνιές το τέλος τού κόσμου, και χτυπούσαν το στήθος
τους με τις πυγμές τους, θέλοντας έτσι να εξαγοράσουν τις αμαρτίες των
ανθρώπων.
Παρθένες άκουσαν μέσα τους τη φωνή τού Θεού, και σέ υστερική καταληψία, έλεγαν διάφορα δυσνόητα λόγια. Οι ποταμοί πάγωσαν από το κρύο, και η γη ταράχτηκε σέ
φοβερό σεισμό. Αυτά, και άλλα σημεία, έδειχναν ότι έφτασαν οι καιροί, και ότι
γρήγορα θ’ αντηχούσε η σάλπιγγα τής Δεύτερης Παρουσίας.
Ο Γεώργιος Κομεντινός τριγύριζε στους
δρόμους, σκοντάφτοντας πάνω στα ξυλιασμένα σώματα και γλιστρώντας στο βρωμερό χιόνι. Οι οιμωγές, οι ψαλμοί και η απελπισία τάραξαν την ψυχή του. Και κοιτώντας με μίσος
τον ουρανό, ψιθύρισε τούς λόγους τού ποιητή. Tantum religio potuit suadere dolorum ... (Μόνο η θρησκεία θα μπορούσε να μας πείσει για τον πόνο...).
Ύστερα όμως κράτησαν στην
ψυχή του ανώτερα αισθήματα, και κοιτούσε απαθής την ανθρώπινη δυστυχία. Συλλογιζόταν
τις μεγάλες αρχές τού Κυρηναίου Αριστίππου, τού άθεου Εφήμερου και τού υπέροχου
Επικούρου. Και με γαλήνια ψυχή τριγυρνούσε ανάμεσα στο θάνατο.
Περνώντας
έξω από τη Μητρόπολη, έμαθε πώς ο άρχοντας τού Πολύδεντρου χάρισε το υποστατικό
των Αλωνιών στη Μονή της Παντάνασσας. Κατά το μεσημέρι, τριγύρισε όλα τα
πανδοχεία, μα πουθενά δεν βρήκε τίποτα να φάει.
- Θεέ
μου! είπε, μήπως θέλεις να επιβάλεις τυραννικά την αγιοσύνη της νηστείας και
στους άπιστους ακόμα;
Το
απόγεμα το κρύο δυνάμωσε. Ο βοριάς έφερε βαθύχρωμα σύννεφα, κι’ άρχισε να
πέφτει αραιό χιόνι. Ο Κομεντινός, πεινασμένος και κρυωμένος, πήρε το δρόμο τού
σπιτιού του.
-Ίσως
γέννησε η κότα, συλλογίστηκε. Άραγε θα βρω όμως ξύλα ν’ ανάψω φωτιά;
Καθώς
περνούσε το σταυροδρόμι τής άγιας Βαρβάρας, μερικά μισόγυμνα παιδιά τού ρίξανε
πέτρες.
-Ιδού
ο ασεβής, ιδού ο Εθνικός, ο Βεελζεβούλ! φώναξαν.
Για
να τ’ αποφύγει, έστριψε αριστερά, και βγήκε εμπρός στη Μονή τού όσιου Λουκά.
Ο
τρούλος τής εκκλησίας ήταν φωτισμένος, και οι καμπάνες χτυπούσαν άταχτα.
Οι
καλόγεροι κάναν ολονυχτία.
Μπρος
στη θολωτή είσοδο ήταν μαζεμένο ένα κακόμορφο πλήθος. Άνθρωποι κάθε φύλου και ηλικίας,
πού πολύχρωμα κουρέλια μόλις κατόρθωναν να σκεπάζουν τη γύμνια τους. Τα
μελανιασμένα πόδια τους ανακάτευαν το λασπωμένο χιόνι. Τα πρόσωπά τους είχαν μίαν
αποχαυνωτική αφαίρεση.
Ένας
ψηλός μελαχρινός καλόγερος ανεβασμένος πάνω σ’ ένα πεζούλι, μιλούσε με μεγάλες
χειρονομίες.
-Ιδού,
ήλθε η στιγμή, αδελφοί, έλεγε με τη βαθιά φωνή του. Οι προφήτες την ανήγγειλαν,
και οι Άγιες Γραφές συμφωνούν επί τής εποχής. Χιλιάκις, ο ήλιος περί την γη εστράφη,
αφ’ ότου ο Σωτήρ εν Βηθλεέμ είδε το φως. Όσοι σήμερον ζουν δεν θ’ αποθάνουν,
διότι η ημέρα τής Κρίσεως θα προλάβει τον θάνατον. Τ’ ανομήματα τού αιώνος
φέρνουν την συντέλειά του. Όθεν μετανοείτε, αδελφοί. Προσεύχεσθε, νηστεύετε, ίνα
ο ερχόμενος Νυμφίος έβρει υμάς έτοιμους κατά την Δευτέρα Παρουσία Του. Αλλοίμονο
εις τούς τυφλούς την ψυχή! Δεν υπάρχει έλεος διά τας μωράς παρθένους !. ..
Αυτά και άλλα
έλεγε, με πολλά λόγια, σέ φράσεις σκοτεινές, μπερδεμένες κι’ ατέλειωτες. Το
μακρύ σώμα του έτρεμε από το κρύο και το φανατισμό. Και το πλήθος θρηνούσε,
χτυπώντας μ’ απελπισία τις παλάμες του και τραβώντας τα μαλλιά του.
—Ο άγιος Ιωάννης,
εξακολούθησε ο καλόγερος, προβλέπων την έλευσιν τού Ιησού, μετέβη εις την έρημον,
όπου νηστεύων, διδάσκων και βαπτίζων, κέρδισε την Βασιλεία των Ουρανών. Ας τον
μιμηθώμεν, αδελφοί! Ας μεταβώμεν εις το όρος, και ας αναμείνωμεν εν νηστεία και
προσευχή την ημέρα τής Οργής.
Το
πλήθος επευφήμησε τούς λόγους τού ομιλητή. Ένας ξυλουργός έκοψε δυο ξερά κλαδιά από ένα δένδρο κ’ έφτιαξε έναν
ψηλό σταυρό, ενώ ένας άλλος καλόγερος,
κοντός και χοντρός, με μεγάλα έκπληκτα μάτια, έψελνε τη νεκρώσιμη ακολουθία
μέσα σ’ ένα ποταμό δακρύων.
Αμέσως
σχηματίστηκε μια λιτανεία. Μπροστά πήγαινε ο ψηλός, καλόγερος κρατώντας τον
ξύλινο σταυρό. Ο συνάδερφός του τον ακολουθούσε κλαίγοντας και ψέλνοντας. Και
πίσω το πλήθος φωνάζοντας:
-Ωσανά!
Ωσανά έν τοις Υψίστοις! ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου!
Η πομπή
τριγύρισε τους δρόμους τής πόλης, μαζεύοντας διαρκώς καινούργιους πιστούς. Και το
βράδυ διευθύνθηκε κατά τη χιονισμένη πεδιάδα, ζητώντας τον Παράδεισο ανάμεσα στα
πτώματα και τα κοράκια.
Ο Γεώργιος
Κομεντινός πήρε το δρόμο τού σπιτιού του. Τα πόδια του είχαν παγώσει από τη
λάσπη, και οι νιφάδες σχημάτιζαν παγερές κηλίδες στη φαλάκρα του.
Βρήκε
την πόρτα ανοιχτή και το σπίτι του έρημο. Μ’ ευχαρίστηση διαλογίστηκε πώς
πιθανόν η πεθερά του πήγε ν’ αγιάσει. Η πείνα του όμως γινόταν απαιτητική. Στο
κελάρι δε βρήκε παρά λίγο τυρί. Άρμεξε την αγελάδα και πήρε δυο αβγά απ’ το
κοτέτσι.
- Και
τώρα πρέπει ν’ ανάψω φωτιά, συλλογίστηκε. θα ζεσταθώ και θα ψήσω τ’ αβγά. Μόνο
που δεν έχω ψωμί. Μα ο πραγματικός σοφός βρίσκει την ηδονή και με το τίποτε !
Μάζεψε
μερικά ξερόκλαδα από την αυλή του, κι’ άναψε το τζάκι τού μαγειρειού.
Το
βρεμένο ξύλο καιγόταν με θόρυβο και δυσκολία, γεμίζοντας την κάμαρα καπνούς.
Ο Κομεντινός
ξαπλώθηκε κοντά στη θαλπωρή τής φωτιάς. Τ’ αβγά έβραζαν μ’ ευχάριστο θόρυβο μες
την κατσαρόλα, και λευκοί αφροί στεφάνωναν το γάλα. Απ’ έξω ο βοριάς έφερνε
φωνές και θρήνους, ανακατεμένους με οιμωγές και ψαλμούς.
Άρχισε
να τρώει το λιτό του δείπνο. Με ηδονή κοιλιόδουλου.
Εκείνη
τή στιγμή, σαν ανακατεμένο μουρμουρητό, ακούστηκε ο θόρυβος μιας μάζας πού
πλησίαζε. Ήταν ο ψηλός καλόγερος με το χοντρό σύντροφό του και τούς ευσεβείς,
πού πήγαιναν στο βουνό να σώσουν την ψυχή τους. Περπατούσαν με στεναγμούς κι’ ολολυγμούς
μετάνοιας, ψέλνοντας το «Άγιος, Κύριος Σαβαώθ».
Ο Κομεντινός δεν
έδωσε σημασία στο θόρυβο. Εδώ κ’ έξη μήνες, ένας μυστικιστικός τρόμος είχε
βγάλει τον κόσμο από την τροχιά του. Ήταν μια επανάσταση, μια ομαδική υποβολή,
γενική παραφροσύνη, πού παρουσίαζε τα πιά ετερόκλητα φαινόμενα και τις πιο αναπάντεχες
φάσεις. Ένα πλήθος περνούσε, πράγμα κοινότατο εκείνες τις μέρες. Ένα σύνολο
ψυχοπαθών πού κυνηγούσε μια έμμονη ιδέα.
Η
πορεία ήταν αργή και άταχτη. Μπροστά πήγαινε ο καλόγερος με το σταυρό. Τον
ακολουθούσε ο σύντροφός του, ποτίζοντας με ατέλειωτα δάκρυα τούς ψαλμούς του.
Έκλαιγε αδιάκοπα ο χοντρός καλόγερος, και όλος ο κόσμος ακολουθούσε το
παράδειγμά του.
Καθώς
περνούσαν μπρος από το σπίτι του Κομεντινού, ακούστηκαν μερικές φωνές:
-Να,
το σπίτι τού αιρετικού!
-Να
το κρησφύγετο τού Σατανά!
-Θάνατος
στον Εθνικό, τον Αποστάτη !
Ο
καλόγερος στάθηκε να μάθει τί συμβαίνει. Ήταν ξένος και δεν ήξερε τα πρόσωπα
τού τόπου.
Εδώ
κάθεται ένας άθεος, εθνικός, αιρετικός, τού είπαν. Βλαστημάει την Παρθένο, αρνείται την αμόλυντη σύλληψή της, και περιγελάει το θεό. Η ύπαρξη του θα φέρει την οργή τού Κυρίου κατά των κεφαλών μας. Πρέπει να λείψει αυτή η έχιδνα!
Ο
καλόγερος ύψωσε τα μάτια του πρός τον ουρανό.
Το έλεος τού Κυρίου είναι μέγα, είπε. Με τη βοήθεια του θα προσπαθήσω να φέρω αυτόν τον άπιστο στον δρόμο τής Αλήθειας!
Kt’ αποφασιστικά μπήκε στο σπίτι τού Κομεντινού. Το πλήθος δεν τον ακολούθησε. Στριμώχτηκε στην πόρτα και με περιέργεια κοιτούσε το σπίτι τού φιλόσοφου.
Ο
Κομεντινός εκείνη τη στιγμή ροφούσε με ηδονή το αχνιστό γάλα του. Στα πόδια του
βρίσκονταν τα τσόφλια από τ' αβγά, και στο τραπέζι το μισοφαγωμένο τυρί.
Ο
καλόγερος έφριξε ολόκληρος σ’ αυτό το θέαμα. Τα μάτια του πετούσαν αστραπές και
το στόμα του δεν έβρισκε λέξεις για να εκφράσει τον αποτροπιασμό του.
Ο
Κομεντινός παρατηρούσε μ’ έκπληξη τον αναπάντεχο επισκέπτη.
- Τί
θέλει αυτός ο τράγος στο σπίτι μου; συλλογιζόταν.
Ο
καλόγερος ύψωσε τα χέρια του στον ουρανό και κούνησε τον ξύλινο σταυρό με
μανία. Από τό στόμα του βγήκαν χριστιανικοί κεραυνοί, στολισμένοι με τα
λουλούδια τής καλογερίστικης ρητορικής:
-Έκτρωμα τού
Βελζεβούλ! Δημιούργημα τού Αριμάν! Άνθρωπε χαμένε στο δρόμο τής Απώλειας!
Όργανο τυφλό τού Σατανά! Τόσο πορώθηκε η ψυχή σου, ώστε να μη βλέπεις τη λάμψη τής
Αλήθειας;
- Τί
είναι η Αλήθεια; ρώτησε ατάραχα ό φιλόσοφος.
-Ο
Θεός! απάντησε ο καλόγερος.
- Και
τί είναι ο θεός;
-Η
Αλήθεια!
Ο
Κομεντινός χαμογέλασε.
-Από το
γάλα γίνεται τυρί, είπε, μα από το τυρί δεν γίνεται γάλα. Το επιχείρημά σου βρωμάει καλογερικό
δογματισμό, και δεν τιμάει τούς ατράνταχτους κανόνες τής λογικής. Αν μπορείς ν’
ανέβεις σ’ ανώτερα διαλογικά επίπεδα, μείνε.
Ειδ’
άλως πάψε να μ’ ενοχλείς.
Ο καλόγερος στάθηκε. Το ατάραχο και βέβαιο ύφος τού συνομιλητή του,
έκοψε τη φόρα τού λόγου του. Σαν έξυπνος άνθρωπος, κατάλαβε ότι στη συζήτηση
δε θα βγαίνε νικητής. Και το κοινό μπορεί να είναι σκληρό για τον αντίθετο στις
τυφλές πεποιθήσεις τού νικητή, μα είναι χωρίς έλεος για τον νικημένο
ομοϊδεάτη. Η συζήτηση θάφερνε την οργή του πλήθους κατά τού Κομεντινού, αλλά και
την αδιαφορία για τον αγράμματο καλόγερο. Οι πιστοί του θα τον άφηναν. Η ποίμνη πού οδηγούσε στην οδό
τής Σωτηρίας, θα τιμωρούσε τον βέβηλο μα κατόπι θα διαλυόταν, αντί να
εξακολουθήσει τον ένδοξο Γολγοθά της. Γι’
αυτό με τέχνη προσπάθησε να σώσει την κατάσταση.
Με κίνημα θεατρικό γύρισε πρός τον όχλο, πού κοιτούσε στρυμωγμένος στην
πόρτα, και τον πήρε μάρτυρα τής αγανάχτησής του.
-Ο Ιερόσυλος αρνείται τον θεό και τον ονομάζει τυρί! Ούρλιαξε.
Ο
βέβηλος αρνείται την Αλήθεια. Ο Σατανάς διώχνει το Φως και βουλώνει τ’ αφτιά
του στον Λόγο τού Θεού!
Το
πλήθος ταράχτηκε και τα πρόσωπα άρχισαν να δείχνουν σημεία αγριάδας.
Ο
Κομεντινός όμως ατάραχος, είπε:
-Γιατί
κατέρχεσαι τόσο χαμηλά, μικρέ δημοκόπε; Γιατί, αποφεύγοντας τη σιδερένια λογική
μου, εκπορνεύεις τα ιερά, Σιμωνικέ !
Εγώ
Σιμωνικός; ! εφρύαξε ο καλόγερος. Εγώ;... Εγώ;. . . Το πρόσωπό του
είχε γίνει ωχρό από λύσσα και το μακρύ σώμα του έτρεμε από την οργή. Έξαφνα τα μάτια του πέσανε στο
λιτό δείπνο τού φιλόσοφου και άστραψαν από κρυφή χαρά.
- Χριστιανοί!
φώναξε, θάνατος στον Άρειο! Έφαγε τέτοια μέρα αβγά και ήπιε γάλα!
-Μα είναι
τού αγίου Βασιλείου σήμερα... προσπάθησε να δικαιολογηθεί ο Κομεντινός. Μα δεν προόφτασε. Το κοκαλιάρικο χέρι τού καλόγερου τού
κατάφερε κατακέφαλα τον βαρύ ξύλινο σταυρό. Ο φιλόσοφος γονάτισε τυφλωμένος από το αίμα, ενώ το
πλήθος ορμούσε στην κάμαρα ουρλιάζοντας, σπάζοντας, χτυπώντας.
Ο
Κομεντινός χάθηκε κάτω από ένα πλήθος ποδιών και χεριών που χτυπούσαν με λύσσα. το κορμί του. Και στη μέση της κάμαρας ο
καλόγερος ύψωνε το ματωμένο σταυρό πρός τον ουρανό, θυσία αίματος στον Γιεχωβά.
Και
ύστερα εξακολούθησαν τό δρόμο τους. Δέσανε το πτώμα τού Κομεντινού μ’ ένα σκοινί και το σέρναν μαζί τους βλαστημώντας
και φτύνοντας απάνω του.
Από την
κάμαρα τού φόνου τελευταίος βγήκε ο χοντρός καλόγερος, αφού αποτελείωσε κρυφά το
τυρί και το γάλα. Ύστερα πρόφτασε τούς άλλους κ’ εξακολούθησε να ψέλνει
κλαίγοντας με ποταμούς δάκρυα.
Βγήκαν
στην πεδιάδα τής απελπισίας, των κοράκων και των πτωμάτων πού πέθαιναν «εν αρώματι
αγιότητος». Ο αέρας
έφερνε μια φοβερή βρώμα πτωμαΐνης και σαπίλας, Το χιόνι είχε στρώσει, και τα
βήματα των πιστών άφηναν μια σειρά από σημάδια.
Με το
πρώτο σκοτάδι πολλοί λιποτάχτησαν και γύρισαν στα σπίτια τους. Άλλοι πάλι, εξαντλημένοι από την
νηστεία, έπεσαν στο χιόνι να πεθάνουν. Ως τόσο ο καλόγερος προχωρούσε μπροστά,
με το σταυρό στα χέρια. Η σκιά του ζωγραφιζόταν υποβλητικά στο μαυροκίτρινο ουρανό.
Καθώς
περνούσαν από ένα πηγάδι, έριξαν μέσα το πτώμα και μόλυναν το νερό. Είχαν πιά βαρεθεί να σέρνουν τον άμορφο
ματωμένο εκείνον όγκο. Κι’ εξακολούθησαν το δρόμο τους ψέλνοντας: «Δόξα εν υψίστοις Θεώ και επι
γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία...»
Το χιόνι έπεσε άφθονο ως το πρωί, σκεπάζοντας με το κρυστάλλινο σάβανό του τούς σκελετούς.
Μ.ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ 1928
Το συναξάρι των Αμαρτωλών
Εκδόσεις Ο ΓΛΑΡΟΣ 1935
Επιμέλεια και μεταφορά στην καθομιλουμένη
Ορφέας Αργυρός
Έδεσσα 2026
Ο Μ. Καραγάτσης, με πραγματικό
όνομα Δημήτριος Ροδόπουλος (Αθήνα, 23 Ιουνίου 1908 – 14 Σεπτεμβρίου 1960),
υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες πεζογράφους της «Γενιάς του ’30».
Διακρίθηκε για τα πληθωρικά μυθιστορήματά του, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με την
ψυχολογική ανάλυση.
Γεννήθηκε στην
Αθήνα, αλλά πέρασε μέρος των παιδικών του χρόνων στην επαρχία λόγω της δουλειάς
του πατέρα του.
Το ψευδώνυμο
«Καραγάτσης» προήλθε από ένα δέντρο (καραγάτσι- δρύς) στη Ραψάνη όπου διάβαζε
μικρός, ενώ το «Μ.» συμβολίζει το «Μίτια» (αγάπη για τον Ντοστογιέφσκι).
Σπούδασε Νομικά
στην Γκρενόμπλ και στην Αθήνα.
Εργάστηκε ως
νομικός σύμβουλος και ασχολήθηκε ενεργά με τη δημοσιογραφία και τη λογοτεχνία.
Πρωτοεμφανίστηκε
το 1927 κερδίζοντας έπαινο σε διαγωνισμό της «Νέας Εστίας» με το διήγημα «Η
κυρία Νίτσα».
Έγραψε σπουδαία
μυθιστορήματα όπως:
- «Ο Γιούγκερμαν»
- «Η Χίμαιρα»
- «Ο Συνταγμένος»
- «Βασίλης Λιάπκιν»
- «Το 10» (ημιτελές)




