MΑΝΟΥΗΛ Α΄ ΚΟΜΝΗΝΟΣ

 

 


 

MΑΝΟΥΗΛ Α΄  ΚΟΜΝΗΝΟΣ

 

Τον Ιωάννη Β' Κομνηνό τον διαδέχθηκε ο υιός του, Μανουήλ Α' Κομνηνός, ο οποίος παρέμεινε στο θρόνο από το 1143 μέχρι το θάνατό του το έτος 1180.

Ο Μανουήλ ήταν ο νεότερος από τους τέσσερις υιούς του Ιωάννη Β' Κομνηνού από τη Σύζυγό του Piroska - Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλέως της Ουγγαρίας Λαδίσλαου A' (St. Ladislaus I). Έχοντας χάσει πρόωρα τους δύο μεγαλύτερους υιούς, ο Ιωάννης Β' Κομνηνός θεώρησε ως καταλληλότερο για τον θρόνο τον τέταρτο κατά σειρά γεννήσεως Μανουήλ και τον όρισε διάδοχό του, αντί του τρίτου κατά σειρά γεννήσεως αδελφού του, Ισαάκ, ο οποίος ήταν νωθρός και απόλεμος.

Ο Μανουήλ, ήδη από την παιδική του ηλικία, ασκούνταν στην ιππασία και την οπλομαχητική και είχε λάβει αξιόλογη παιδεία και στρατιωτική εκπαίδευση, σύμφωνα με τα πρότυπα των Ιπποτών της Δύσης.

Νεαρότατος είχε ακολουθήσει τον Βασιλέα πατέρα του σε εκστρατεία κατά των Τούρκων και είχε διακριθεί για την ανδρεία και τις στρατιωτικές του αρετές. Με όμορφο παρουσιαστικό, βαθιά μόρφωση και μεγάλες στρατιωτικές και ηγετικές ικανότητες, ο Μανουήλ διέθετε όλα τα προσόντα ενός άξιου διαδόχου.

Η άνοδός του στο θρόνο χαρακτηρίζεται σκοτεινή, συνεκτιμώντας αφενός την πρόωρη απώλεια των δύο μεγαλύτερων αδελφών του, του Αλέξιου και του Ανδρόνικου, οι οποίοι είχαν πεθάνει πριν ένα χρόνο, το 1142, και αφετέρου τον παράξενο θάνατο, με δηλητηριασμένο βέλος, του Πατέρα του Ιωάννη Β' Κομνηνού, σε κυνήγι στην Κιλικία.

Μετά το θάνατο του πατέρα του, αφού ανακηρύχθηκε στην Κιλικία Αυτοκράτορας, έθεσε άμεσα σε περιορισμό τον τρίτο κατά σειρά αδελφό του, τον Σεβαστοκράτορα Ισαάκ, τον οποίο και απελευθέρωσε, μόλις εξασφάλισε την κατοχή του θρόνου του. Κατά τη μετάβαση του, δια ξηράς, στην Κωνσταντινούπολη έγινε δεκτός με έξαλλο ενθουσιασμό από τους άρχοντες και το λαό της Βασιλεύουσας.

Αφού εξασφάλισε τον θρόνο του, έστειλε στρατό στην Αντιόχεια και τελικά υποχρέωσε τον Πρίγκηπα της Αντιόχειας Ραϊμόνδο Α' του Πουατιέ (Raimond I de Poitiers) να προσέλθει το 1144 στην Βασιλεύουσα και να ορκισθεί πίστη στον Αυτοκράτορα. Αμέσως μετά, και επειδή ο Σουλτάνος του Ικονίου εισέβαλε στις Μικρασιατικές επαρχίες εξεστράτευσε εναντίον του και μετά τριετή νικηφόρο αγώνα, το 1147, τον υποχρέωσε να συνομολογήσει ειρήνη.

Ο Μανουήλ Α' είχε φιλελεύθερο και ανήσυχο πνεύμα και σε αυτή τη μεταβατική και κρίσιμη περίοδο του ιστορικού βίου του Βυζαντίου, πίστευε στον οικουμενικό του χαρακτήρα και στην ευρύτερη χριστιανική και πολιτιστική αποστολή του.

Η Βασιλεία του Μανουήλ Α' είχε πολλά κοινά σημεία με τη Βασιλεία του παππού του Αλεξίου Α'. Όπως εκείνος έτσι και ο Μανουήλ είχε να αντιμετωπίσει εκτός από τους συνήθεις εχθρούς του Βυζαντίου από βορρά και από ανατολή, τους Νορμανδούς από τη δύση και τους επερχόμενους Σταυροφόρους. Γι’ αυτό, επιδόθηκε με ζήλο στην άσκηση τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής πολιτικής με σκοπό την εξυγίανση και την ανανέωση των δυνάμεων του κράτους και τον καθορισμό και τη διαβάθμιση των στόχων της πολιτικής του.

Με βάση τη υπάρχουσα κατάσταση επεσήμανε τη δέσμη των βασικών προβλημάτων, τα οποία απασχολούσαν την Αυτοκρατορία, δηλαδή:

1.    Τις συνέπειες για το Βυζάντιο από την εκτροπή της Α' Σταυροφορίας και την επικείμενη οργάνωση μιάς νέας Σταυροφορίας από τους Βασιλείς της Γαλλίας και της Γερμανίας.

2.    Την αύξηση των διεκδικήσεων, της Βενετίας, της Γένοβας, της Πίζας και των άλλων ναυτικών πόλεων της Ιταλίας.

3.    Την επεκτατική πολιτική των Νορμανδών, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση του πνεύματος των Σταυροφοριών στη δύση.

4.    Την επέκταση των Τούρκων στην ανατολή με την αντίστοιχη χαλάρωση της εσωτερικής συνοχής των ανατολικών επαρχιών.

5.    Τη ληστρική κινητικότητα των Κουμάνων, των Ούγγρων και των Σέρβων στη Χερσόνησο του Αίμου.

Τα διαπιστωμένα αυτά προβλήματα απασχόλησαν αυτοδύναμα τη βασιλεία του Μανουήλ Α' αλλά η σοβαρότητά τους συνδέονταν με τη σύγχρονη εκδήλωσή τους ή τη συνδυαστική αξιοποίηση τους από τους αντίπαλους του Βυζαντίου. Συνειδητοποιήθηκε, δηλαδή, το γεγονός, ότι οι Σταυροφορίες και οι διεκδικήσεις των Νορμανδών ή των ναυτικών πόλεων της Ιταλίας τροφοδοτούσαν συνδυαστικά τη δυτική απειλή εναντίον της Αυτοκρατορίας, ενώ παράλληλα αποδυνάμωναν τις προοπτικές συστηματικού αγώνα για την εξουδετέρωση της Αραβικής ή της Τουρκικής απειλής στα Ανατολικά σύνορα ή της απειλής των Σέρβων, των Ούγγρων και των Κουμάνων στα Βόρεια σύνορα. Είναι ευνόητο, ότι η αλληλεξάρτηση των προβλημάτων προσδιόρισε και το σύνθετο χαρακτήρα της εξωτερικής πολιτικής των Κομνηνών και ειδικότερα του Μανουήλ Α', ο οποίος προσπάθησε να στοιχειοθετήσει τις προϋποθέσεις μιάς συστηματικής δυτικής πολιτικής. Η πιεστική παρουσία των Τούρκων στην ανατολή και των Νορμανδών στη Δύση αποτελούσαν τα βασικά ερεθίσματα για τον καθορισμό της όλης εξωτερικής πολιτικής.

Ο Μανουήλ Α' έδωσε προτεραιότητα στον έλεγχο των κινήσεων των Νορμανδών, των οποίων η επεκτατική πολιτική ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη για τις δυτικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας.

Η θεμελίωση φιλικών σχέσεων με τον Βασιλέα της Γερμανίας Κονράδο Γ' (Conrad ΠΙ von Hohenstaufen) αποσκοπούσε στην εξουδετέρωση της Νορμανδικής απειλής αλλά και στη γενικότερη πολιτική στην Ιταλία. Οι φιλικές σχέσεις με τον Βασιλέα της Γερμανίας ενισχύθηκαν με τον γάμο του Μανουήλ Α' με τη συγγενή του Κονράδου Γ' Βέρθα φον Σούλτσμπαχ (Bertha von Sulzbach) η οποία έλαβε το όνομα Ειρήνη.

Κατά την πρώτη περίοδο της βασιλείας του Μανουήλ Α' η συγκεκριμένη πολιτική υπήρξε αποτελεσματική για τον έλεγχο της δυτικής απειλής και έδωσε τη δυνατότητα στο Βυζαντινό Αυτοκράτορα να αφοσιωθεί στην εξουδετέρωση της Τουρκικής απειλής. Όμως, η συγκεκριμένη Βυζαντινή δυτική πολιτική κατέρρευσε με την κήρυξη το 1145 της Β' Σταυροφορίας, την οποία ανέλαβαν ο Βασιλέας της Γαλλίας Λουδοβίκος Z'(Louis VII le Jeune) και ο Βασιλέας της Γερμανίας Κονράδος Γ' Χοχενστάουφεν και στην οποία συμμετείχαν και οι Νορμανδοί υπό τον Βασιλέα της Σικελίας Ρογήρο Β' (Roger II).

Η είδηση της επικείμενης νέας Σταυροφορίας προκάλεσε έντονο προβληματισμό στον Μανουήλ A', ο οποίος είχε πολύ καλά υπόψη του, το τι είχε συμβεί στην Α' Σταυροφορία κατά τη διάρκεια της βασιλείας του παππού του.

Το 1147 οι Σταυροφόροι έφθασαν στα Βυζαντινά εδάφη και ο Μανουήλ Α' ήλθε σε φιλικές συνεννοήσεις με τους α;ρχηγούς τους. Υποσχέθηκε την παροχή διευκολύνσεων για τη μεταφορά και τον ανεφοδιασμό των Σταυροφόρων στη Μικρά Ασία και έλαβε από αυτούς «όρκια πιστά» για τη περιφρούρηση των συμφερόντων της Αυτοκρατορίας. Με βάση αυτές τις συμφωνίες ο Μανουήλ Α' επέτυχε, παρακάπτοντας την Βασιλεύουσα να τους διοδεύσει άμεσα προς τη Μικρά Ασία.

Όμως, οι Σταυροφόροι δεν διέθεταν ούτε τα μέσα, ούτε την κατάλληλη εκπαίδευση, ούτε και την κατάλληλη ηγεσία για να επιτύχουν το φιλόδοξο εγχείρημα τους. Έτσι, παρά τις αρχικές τους επιτυχίες, σταδιακά εξαντλήθηκαν σε διαρκείς μάχες με τους Τούρκους και τους Άραβες και τελικά νικήθηκαν σε αποφασιστική μάχη στη Δαμασκό.

Η τραγική αποτυχία της Β' Σταυροφορίας, είχε, μακροπρόθεσμα, ανάμεσα στα άλλα, τις ακόλουθες συνέπειες:

1.    Εμβάθυνε το σχίσμα και την αμοιβαία αντιπάθεια Βυζαντινών και Δυτικών και ανέτρεψε τις προγενέστερες προϋποθέσεις της Δυτικής Πολιτικής του Μανουήλ Α', γιατί οι Αρχηγοί της Σταυροφορίας, απέδωσαν την ευθύνη της αποτυχίας τους στους Βυζαντινούς.

2.    Καταβαράθρωσε την εικόνα στρατιωτικής ισχύος που είχε η Δύση στους λαούς των Τούρκων και των Αράβων.

Κατά τη διάρκεια αυτής Σταυροφορίας και ενώ η προσοχή του Μανουήλ Α' ήταν στραμμένη στους Σταυροφόρους, οι οποίοι διέρχονταν από τα Βυζαντινά εδάφη, τον ίδιο καιρό, ο Νορμανδικός στόλος υπό τον βασιλιά Ρογήρο Β' της Σικελίας εξεστράτευσε κατά των δυτικών επαρχιών του Βυζαντίου. Ο Ρογήρος Β' κατέλαβε αιφνιδιαστικά την Κέρκυρα το φθινόπωρο του 1147, στη συνέχεια λεηλάτησε την Πελοπόννησο, την Εύβοια και τη Στερεά Ελλάδα και φρόντισε να μεταφέρει στο Παλέρμο τους καλύτερους μεταξουργούς από τη Κόρινθο και τη Θήβα, γεγονός που είχε δυσμενείς επιπτώσεις στην οικονομία του Βυζαντίου.

Ο Αυτοκράτωρ αν και είχε πλήρη συνείδηση της σημασίας της απειλής δεν είχε την δυνατότητα της άμεσης αντίδρασης. Οργάνωσε αντεπίθεση εναντίον των Νορμανδών, αλλά η εισβολή των Κουμάνων στις Παραδουνάβιες επαρχίες και οι διεκδικήσεις των Σέρβων και των Ούγγρων με την ενθάρρυνση των Νορμανδών, τον ανάγκασαν να αλλάξει τις προτεραιότητες του.

Απώθησε οριστικά τους Κουμάνους και με νικηφόρα εκστρατεία στη Βαλκανική, το 1149, εξουδετέρωσε τις επιθετικές κινήσεις των Σέρβων και των Ούγγρων, οι οποίοι όμως συνέχισαν τις εχθρικές τους ενέργειες. Συγχρόνως, το 1149, η Κέρκυρα ανακαταλήφθηκε από το Βυζαντινό, στόλο ύστερα από σκληρό πολιορκητικό αγώνα.

Οι επιτυχίες του Μανουήλ Α' αποδιοργάνωσαν την πολιτική του Ρογήρου Β', ο οποίος προσπάθησε να εξασφαλίσει ενισχύσεις από τη δύση με το πρόσχημα της οργάνωσης Σταυροφορίας και με την ελπίδα να τη χρησιμοποιήσει εναντίον του Βυζαντίου.

Το 1148, ο Αυτοκράτωρ έκανε συμμαχία με τον Κονράδο Γ' Χοχενστάουφεν της Γερμανίας, που απέβλεπε στη συντονισμένη εκστρατεία των χωρών τους εναντίον των Νορμανδών της Ιταλίας, η οποία όμως, τελικά, έμεινε στα χαρτιά. Ο Κονράδος Γ' πέθανε το 1152 και ο διάδοχος του, ο Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας (Freidrich I Barbarossa), δεν είχε φιλικές διαθέσεις προς το Βυζάντιο.

Ο Μανουήλ A' αναθέρμανε τις σχέσεις του με τους Βενετούς, παλαιούς αντίζηλους των Νορμανδών, αλλά με κόστος την παραίτηση του από τον περιορισμό των οικονομικών παραχωρήσεων που είχε επιβάλλει στους Ιταλούς.

Για τη στήριξη του στον αγώνα του κατά των Νορμανδών, για τη μείωση της Βενετικής επιρροής και για την εξουδετέρωση μιάς πιθανής συμμαχίας τους με τους Νορμανδούς, ο Μανουήλ Α' ενέπλεξε και τις υπόλοιπες Ναυτικές Πόλεις της Ιταλίας.

Η κίνηση αυτή ήταν αναγκαία αλλά οι όροι αποδείχθηκαν επαχθείς, αφού συνδέθηκαν μα την παραχώρηση εμπορικών προνομίων. Το 1148 ανανεώθηκαν και διευρύνθηκαν τα εμπορικά προνόμια της Βενετίας, το 1169-1170 της Γένουας και το 1170 της Πίζας. Η αμφιταλαντευόμενη στάση της Βενετίας οδήγησε σε κρίση τη Βυζαντινό -Βενετική συμμαχία και τελικά, το 1171, όλοι οι Βενετοί του Βυζαντίου αιχμαλωτίστηκαν, ενώ τα πλοία τους και τα εμπορεύματα τους κατασχέθηκαν. Η Βενετία αντέδρασε με τη σύναψη Βενετονορμανδικής συμμαχίας (1173), η οποία στρεφόταν κατά του Βυζαντίου και προχώρησε σε εχθρικές ενέργειες, όπως οι λεηλασίες των ελληνικών παραλίων.

Το 1177 ο Μανουήλ Α' αναγκάστηκε να αναγνωρίσει όλα τα εμπορικά προνόμια, τα οποία είχαν οι Βενετοί από την περίοδο της Βασιλείας του Ιωάννη Β' του Κομνηνού και να επιστρέφει όλα τα κατασχεθέντα πλοία και εμπορεύματα.

Μετά τη Β' Σταυροφορία ο Μανουήλ Α' στράφηκε στην επανάκτηση των Ιταλικών επαρχιών, η οποία ήταν προσωπικό του όραμα. Ύστερα από σύντομες αντιπαραθέσεις εναντίον Σέρβων και Ούγγρων εισβολέων, αποφάσισε να αντιμετωπίσει το βασιλιά Ρογήρο Β' της Σικελίας.

Το 1154 ο Ρογήρος Β' πέθανε και τον διαδέχθηκε ο γυιός του Γουλιέλμος A'(Guglielmo I il Malo). Ο Μανουήλ Α' θεώρησε ότι ο θάνατος του Ρογήρου Β' ευνοούσε τις προοπτικές της εκστρατείας του στη Νότια Ιταλία. Παράλληλα, ο Αυτοκράτωρ της Γερμανίας Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας, ο οποίος ανήλθε στο Θρόνο το 1152, εχάραξε σαν πολιτικό του πρόγραμμα την κάθοδο της επικράτειας του στη Μεσόγειο μέσω της Ιταλίας.

Ο Μανουήλ Α', που προέβλεπε ότι η εγκατάσταση των Γερμανών στην Ιταλία θα αποτελούσε απειλή και κατά των Βυζαντινών επαρχιών της Νότιας Ιταλίας, επεδίωξε ευθύς εξ αρχής να ανατρέψει τα σχέδια του Γερμανού Μονάρχη. Απέστειλε στην Ιταλία πρέσβεις με άφθονα χρήματα και κατόρθωσε να συμπήξει εναντίον του Γερμανού μονάρχη ένα ισχυρό συνασπισμό των Ιταλικών Πόλεων (Βενετία, Γένουα, Πάδουα, Πίσα και άλλες). Προσπάθησε, με ποικίλες προσφορές, να εξασφαλίσει και τη Συμμαχία του Πάπα Αδριανού A'(Hadrian IV) εναντίον του Νορμανδικού αλλά και του Γερμανικού επεκτατισμού. Τελικά κατόρθωσε να ματαιώσει τους σκοπούς του Γερμανού Αυτοκράτορα.

Το 1155 ο Βυζαντινός στρατός αποβιβάστηκε στον Αγκώνα και επέβαλε χωρίς πολλή δυσκολία, τη Βυζαντινή κυριαρχία στο μεγαλύτερο μέρος της Απουλίας. Οι επιτυχίες όμως του Μανουήλ Α' στη Νότιο Ιταλία ενόχλησαν τους Ιταλούς συμμάχους του, κυρίως τους Βενετούς αλλά και τους Γερμανούς, οι οποίοι ήθελαν την υποταγή και την εξουδετέρωση των Νορμανδών όχι όμως την αντικατάστασή τους από τους Βυζαντινούς. Τελικά, ο Διάδοχος του Ρογήρου Β', ο Γουλιέλμος Α', κατάφερε το 1156 να νικήσει τα Βυζαντινά στρατεύματα στο Βρινδήσιο και να ανακαταλάβει τα περισσότερα από τα χαμένα του εδάφη.

Τα φιλόδοξα σχέδια της δυτικής πολιτικής του Μανουήλ Α' αποδείχθηκαν απραγματοποίητα, αφού οι δυνάμεις του Βυζαντίου δεν ήταν επαρκείς για να επιτρέψουν αυτοδύναμες λύσεις και οι σύμμαχοί του στη Δύση, δεν ευνοούσαν την ισχυροποίηση του Βυζαντίου στην Ιταλία.

To 1158 ο Μανουήλ Α' αναγκάσθηκε να συνάψει ειρήνη με τους Νορμανδούς, με την οποία ουσιαστικά οι Βυζαντινές βλέψεις προς την Ιταλία έλαβαν τέλος και το μέτωπο προς τη δύση έκλεισε, ενώ τα προβλήματα στην ανατολή γίνονταν συνεχώς και πιο πιεστικά.

Τα σχέδια του Μανουήλ Α' αποτελούσαν συνέχεια του προγράμματος του πατέρα του Ιωάννη Β', όμως το «άνοιγμα» τους πολλές φορές έφθανε σε παράτολμο σημείο και μετατρεπόταν σε ενέργειες επιζήμιες για το Κράτος. Ο Αυτοκράτωρ, βέβαια, στηρίχθηκε στην ασφαλή προεργασία του πατέρα του αλλά είναι αμφίβολο κατά πόσο οι περιστάσεις δικαιολογούσαν πάντα τις φιλοδοξίες του για μία οικουμενική πολιτική. Οι εχθροί από βορρά δεν είχαν εκλείψει, στην ανατολή, άλλοτε υπερίσχυε η μία άλλοτε η άλλη από τις δυνάμεις που εμπλέκονταν στη περιοχή αυτή (Άραβες, Τούρκοι, Βυζαντινοί, Δυτικοί και Αρμένιοι) και στη δύση η Β' Σταυροφορία και ο Νορμανδικός κίνδυνος δυσχέραιναν οποιαδήποτε σταθερή επέκταση ή έστω επιβολή ισχύος. Έτσι, τα σχέδια του Μανουήλ Α', παρά τη γοητεία τους, απέβαιναν κάποτε, όπως έδειξε η Ιταλική περιπέτεια, εις βάρος των λιγότερο φιλόδοξων αλλά μονιμότερων λύσεων. Είναι όμως εξ ίσου αποδεκτό, ότι οι σχέσεις που ανέπτυξε το Βυζάντιο την εποχή του Μανουήλ Α', δεν είχαν προηγούμενο.

Οι επαφές του Αυτοκράτορος με τους Ρώσους, με τους Βασιλείς της Γαλλίας και με τον Ερρίκο Β'(Henry II) της Αγγλίας αλλά και οι επαφές του με τους πλησιέστερους λαούς, ανέβαζαν το γόητρο του Βυζαντινού Κράτους, ώστε να μπορεί να καταλήξει κανείς στο συμπέρασμα ότι, υπό ευνοϊκότερες συγκυρίες τα σχέδια του Μανουήλ Α' δεν θα ήταν ανεδαφικά. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο, λίγο μετά το θάνατο της Ειρήνης, γάμος του, το 1161, με τη Μαρία, τη Κόρη του Πρίγκηπα της Αντιόχειας Ραϊμόνδου Α' του Πουατιέ, μέσω του οποίου απέκτησε και συγγενικούς δεσμούς με τον Βασιλέα της Γαλλίας Λουδοβίκο Ζ'. Στο ίδιο πλαίσιο περιλαμβάνονται και οι σχέσεις του με την Ουγγαρία, οι οποίες είχαν αναπτυχθεί ιδιαίτερα επί Αλεξίου Α' Κομνηνού και έκτοτε συνεχίσθηκαν, αν και δεν ήταν πάντα φιλικές.

Η ύπαρξη φιλοβυζαντινού και αντιβυζαντινού ρεύματος στην Ουγγαρία έδινε στον Αυτοκράτορα τη δυνατότητα να επεμβαίνει στα εσωτερικά της χώρας αυτής ή και να εκστρατεύει εναντίον της για να επιβάλει τη θέληση του.

Ο ίδιος ο Μανουήλ Α' επενέβη στρατιωτικά στην Ουγγαρία και συνέχισε τις επεμβάσεις του μέχρι το τέλος σχεδόν της Βασιλείας του. Μετά το θάνατο του Βασιλέα της Ουγγαρίας Γέϊζα Β' (Geza II) και την διαδοχή του από τον πρωτότοκο υιό του Στέφανο T'(Stephen III), ο Μανουήλ Α', γύρω στο 1164, συνέλαβε το σχέδιο της συνενώσεως του Ουγγρικού Στέμματος με την Βυζαντινή Αυτοκρατορία με Αυτοκράτορα τον Μπέλα (Bela) τον δεύτερο κατά σειρά υιό του Γέϊζα Β'. Για την υλοποίηση μάλιστα του σχεδίου του και προκειμένου να τον ορίσει διάδοχο του θρόνου του, αρραβώνιασε τον Μπέλα με την κόρη του Μαρία και τον τίμησε με τον τίτλο του Δεσπότη. Τελικά, ο Μανουήλ Α' απέκτησε διάδοχο από τη δεύτερη σύζυγό του, ο αρραβώνας διαλύθηκε και ο Μπέλα δεν ανήλθε στο προγραμματιζόμενο διπλό θρόνο Βυζαντίου-Ουγγαρίας. Μετά το θάνατο του άτεκνου Στέφανου Γ', ο Μπέλα έγινε, το 1173, με τη βοήθεια του Μανουήλ Α', βασιλιάς της Ουγγαρίας ως Μπέλα  Γ'(Bela III) και συνήψε συνθήκη με τη Βυζαντινή αυτοκρατορία.

Από αυτή την ανάμιξη του στα Ουγγρικά ζητήματα, το Βυζάντιο κέρδισε από το 1167 τον έλεγχο στις περιοχές Σιρμίου, Δαλματίας, Κροατίας και Βοσνίας.

Ο Μανουήλ Α', αφού οι Βυζαντινές βλέψεις προς την Ιταλία έλαβαν τέλος και το μέτωπο προς τη δύση έκλεισε, έστρεψε την προσοχή του προς τις Ασιατικές Επαρχίες του Κράτους του. Ο νέος Πρίγκηπας της Αντιόχειας, ο Ρεϋνάλδος του Σατιγιόν (Raynald de Chatillon) κατέλαβε, το 1156, την Βυζαντινή επαρχία της Κύπρου, αιχμαλώτισε τον Ιωάννη Κομνηνό ανεψιό του Αυτοκράτορα και το στρατηγό Μιχαήλ Βρανά, προέβη σε πρωτοφανείς θηριωδίες κατά του ελληνικού πληθυσμού και καταλήστευσε συστηματικά το νησί. Λίγο πριν αποπλεύσει με τα πλούσια λάφυρα του από την Κύπρο, έστειλε στην Βασιλεύουσα ακρωτηριασμένους Έλληνες ομήρους σαν ζωντανή απόδειξη της ανυπακοής του προς τον Μανουήλ Α'. Ο Αυτοκράτωρ ετοίμασε αμέσως την απάντηση του στη προσβολή και το χειμώνα 1158-1159 επετέθη στο Αρμενικό Βασίλειο της Κιλικίας. Η ταχύτητα της προέλασης ήταν τέτοια, μάλιστα ο ίδιος έσπευσε με 500 ιππείς να προηγηθεί της κύριας δύναμης του στρατεύματος, ώστε ο Αρμένιος Πρίγκηπας Θόρος B'(Thoros II, Prince of Armenia) της Κιλικίας, που συμμετείχε στην επίθεση κατά της Κύπρου, αιφνιδιάστηκε απόλυτα και ο Βυζαντινός στρατός κατέλαβε άμεσα όλες τις πόλεις της Κιλικίας. Ο ίδιος ο Θόρος Β' σώθηκε την τελευταία στιγμή, καταφεύγοντας σε μία σπηλιά. Ο Πρίγκηπας της Αντιόχειας μόλις πληροφορήθηκε τα γεγονότα, απελπισμένος, παρουσιάστηκε μπροστά στον Μανουήλ Α' ως ικέτης, φορώντας στον λαιμό του μία θηλειά. Τελικά ο Πρίγκηπας δήλωσε υποτέλεια στο Βυζάντιο και ο Αυτοκράτωρ του έδωσε συγχώρηση.

Ο Βασιλέας της Ιερουσαλήμ Αμαλάριχος A'(Amalric I of Jerusalem) το 1165 πρότεινε στον Αυτοκράτορα να συμπαραταχθεί στις προσωπική του φιλοδοξία για τη κατάκτηση της Αιγύπτου. Ο Μανουήλ Α' υπολόγισε τα βραχυπρόθεσμα και τα μακροπρόθεσμα πολιτικά και οικονομικά οφέλη που θα παρείχε στο Βυζάντιο ο έλεγχος της Αιγύπτου, συμμάχησε με τον Βασιλέα της Ιερουσαλήμ και μαζί του επεχείρησε το 1770 μία δαπανηρή εκστρατεία στην Αίγυπτο, η οποία κατέληξε άδοξα. Ήταν αυτή ακριβώς η εποχή, που είχε περιέλθει σε ρήξη με τους Βενετούς και ο στόλος της Βενετίας λεηλατούσε τα ελληνικά παράλια, ενώ οι Τούρκοι του Ικονίου λεηλατούσαν τις Μικρασιατικές Επαρχίες.

Ο Μανουήλ Α' είχε φροντίσει να αντιμετωπίσει την Τουρκική απειλή πριν από την οργάνωση της Β' Σταυροφορίας και την Νορμανδική εισβολή. Η εκστρατεία του εναντίον των Τούρκων, οι οποίοι είχαν επεκτείνει την κυριαρχία τους στα εδάφη του Βυζαντίου, στέφθηκε με επιτυχία και ο Αυτοκράτωρ κατευθυνόταν προς το Ικόνιο. Κάτω από αυτή την απειλή ο Σουλτάνος του Ικονίου Μασούτ, το 1147, έσπευσε να ζητήσει ειρήνη με επαχθείς όρους και με την υποχρέωση να επιστρέφει όλα τα κατακτηθέντα Βυζαντινά εδάφη. Ο Μανουήλ Α' δέχτηκε την πρόταση των Τούρκων και έκτοτε φρόντιζε να έχει ειρηνικές σχέσεις μαζί τους, σε σημείο που δυσαρέστησε τους Σταυροφόρους της Β' Σταυροφορίας. Το ίδιο συνέβη και στη περίοδο 1161 - 1162 όταν ο υιός και Διάδοχος του Μασούτ, ο Κιλίτς Αρσλάν επεδίωκε καλές σχέσεις με το Βυζάντιο λόγω της ύπαρξης ενδοτουρκικών διαφορών.

Μετά το 1173 ο Κιλίτς Αρσλάν επωφελήθηκε από την αρνητική στάση του Βασιλέα της Γερμανίας Φρειδερίκου Α' Βαρβαρόσσα προς τον Μανουήλ Α' και αποστασιοποιήθηκε προοδευτικά από τους όρους της Βυζάντινο-Τουρκικής ειρήνης, παρά το γεγονός ότι και ο ίδιος είχε υπογράψει τους όρους της συμφωνίας και μαζί με τους Αρμενίους της Κιλικίας κινήθηκε εναντίον του Βυζαντίου.

Οι εκστρατείες του Μανουήλ Α' στην Ουγγαρία διευκόλυναν τις κινήσεις του Κιλίτς Αρσλάν, ο οποίος προσάρτησε στο κράτος του Βυζαντινά εδάφη και κατέλαβε την Λαοδίκεια. Για να προλάβει ο Αυτοκράτωρ περαιτέρω επιθέσεις έσπευσε να οχυρώσει το Δορύλαιο, γεγονός που όξυνε ακόμη περισσότερο τις σχέσεις μεταξύ των δύο Κρατών.

Με το πέρας της Ουγγρικών Πολέμων ο Μανουήλ Α' αποφάσισε να επιτεθεί πρώτος για να προλάβει χειρότερες εξελίξεις και το καλοκαίρι του 1176 οργάνωσε μεγάλη εκστρατεία ^εναντίον των Τούρκων για να συνεχίσει το έργο που άφησε ημιτελές πριν 30 χρόνια. Με ισχυρό στρατό προχώρησε προς τη Φρυγία και συνάντησε τους Τούρκους στο Μυριοκέφαλο «Φρούριον δε τούτο παλαιόν και αοίκητον».

Ο Κιλίτς Αρσλάν, ο οποίος είχε αποφύγει μέχρι τότε οποιαδήποτε κατά μέτωπο αντιπαράθεση, ζήτησε την υπογραφή νέας συνθήκης Ειρήνης αλλά ο Αυτοκράτωρ απέρριψε το αίτημα του. Η μάχη που ακολούθησε, την17η Σεπτεμβρίου 1176, ήταν μοιραία για τις τύχες του Βυζαντίου. Οι Τούρκοι είχαν φροντίσει να καταλάβουν τις διαβάσεις της περιοχής και ο Βυζαντινός Στρατός παγιδεύτηκε και πανικοβλήθηκε. Σκοτώθηκαν πολλοί και μάλιστα επιφανείς και ο Αυτοκράτωρ, τραυματισμένος, μόλις διέφυγε τη σύλληψη. Ύστερα από αυτή την ήττα ο Μανουήλ Α' αναγκάσθηκε να συνάψει ειρήνη με τον Σουλτάνο έναντι φόρου και της διαβεβαιώσεως της κατεδαφίσεως των οχυρών του Δορυλαίου. Πολλοί παρομοιάζουν τη μάχη του Μυριοκέφαλου ως προς τη σημασία της με τη Μάχη του Μαντζικέρτ. Ο ίδιος ο Μανουήλ Α' Κομνηνός, κατά τον Χωνιάτη, έλεγε: «Ταυτοπαθή πως εαυτόν Ρωμανώ τω Διογένει κατονομάζω». Η δύναμη του Βυζαντίου μειώθηκε στη Μικρά Ασία με τεράστιες επιπτώσεις στον οικουμενικό οραματισμό του Μανουήλ Α', αλλά και στη περαιτέρω τύχη και τη πολιτική ύπαρξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, παρ’ όλη την αντίσταση που συνέχισαν να προβάλουν οι Βυζαντινοί, οι Τούρκοι σταθεροποιήθηκαν και συνέχισαν να προχωρούν δυτικά.

Ο Μανουήλ Α' απασχολημένος με τα στρατιωτικά ζητήματα, τις εκστρατείες και τη διπλωματία, δεν είχε ευκαιρίες για ριζικές καινοτομίες σε εσωτερικά θέματα, τις οποίες, καθώς φαίνεται, είχε διάθεση να εφαρμόσει. Εν τούτοις, κάποιες ενέργειες του τον παρουσιάζουν οπλισμένο με πνεύμα προοδευτικό και με αποφασιστικότητα, όπως είναι ενδεικτικά:

1.    Απαγόρευσε την αύξηση της κτηματικής περιουσίας για τα μοναστήρια του Κέντρου.

2.    Φρόντισε για την καλύτερη οργάνωση της δικαιοσύνης και της διοικήσεως στο κράτος του και απήλλαξε τους ελεύθερους πολίτες από την εθελούσια δουλεία στην οποία είχαν περιπέσει από ανάγκη.

Αναμίχθηκε σε θέματα θρησκευτικά, όπως η προσπάθεια του, για λόγους πολιτικούς, να ενώσει την Αρμενική Εκκλησία με την Ορθόδοξη. Από πολιτική σκοπιμότητα, επίσης, ήλθε σε επαφή με τον Πάπα Αλέξανδρο Γ' (Alexander III) με πρόθεση την ένωση των Δύο εκκλησιών ώστε να επιτύχει στρατιωτική βοήθεια εναντίον των Τούρκων. Η αντίδραση, όμως, των εκκλησιαστικών κύκλων με αρχηγό τον Πατριάρχη Μιχαήλ Γ' Κουρκούα εμπόδισε την εξέλιξη των διαπραγματεύσεων.

Μοναδική φυσιογνωμία της Βυζαντινής ιστορίας, ο Μανουήλ Α', ο οποίος ονομάσθηκε “Μέγας” από τους Έλληνες, συνέχισε την παράδοση του πατέρα του και του παππού του με τις αδιαμφισβήτητες ικανότητές του στο στρατιωτικό, διπλωματικό και πολιτικό τομέα.

Πολύτιμες πληροφορίες για τον Μανουήλ Α' μας έχει αφήσει ο Βυζαντινός Ιστορικός Ιωάννης Κίνναμος. Αυτός, ως “Βασιλικός Γραμματικός”, ακολούθησε τον Αυτοκράτορα σε πολλές εκστρατείες του και έγγραψε μετά τον θάνατό του “Επιτομή των Κατορθωμάτων...” δηλαδή χρονογραφικό έργο των γεγονότων της Βασιλείας του. Για τη σύνταξη αυτής της Επιτομής χρησιμοποίησε πλούσιο αρχειακό υλικό, προφορικές αφηγήσεις και τις προσωπικές του εμπειρίες, τα οποία επεξεργάστηκε ευσυνείδητα και με εμφανή διάθεση αντικειμενικότητας στην έκθεση τους. Μέσα από το έργο του αυτό, ο Αυτοκράτορας προβάλλει ως ήρωας της ιστορίας και του αποδίδεται κάθε αρετή.

Δραστήριος σε όλη του τη ζωή και πληθωρικός στους οραματισμούς του, ο Μανουήλ Α' δεν κατέληξε εν τούτοις σε αποτέλεσμα ανάλογο με την ενεργητικότητα του. Παρορμητικός και ασυγκράτητος, εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία που του παρουσιαζόταν. Κατάφερε μεγάλες επιτυχίες, τελικά όμως πάντα ένα μικρό σφάλμα, μια ασημαντότητα, ερχόταν να τις ανατρέψει. Η συμπάθεια που έτρεφε προς τη δύση και τον πολιτισμό της, τον οδήγησε στο να διατηρεί πάντα το βλέμμα του προς τις εκεί πρώην και νυν επαρχίες του κράτους, με αποτέλεσμα να μην επικεντρώσει τις προσπάθειες του, όπως όφειλε, προς τον μέγα εξ’ ανατολών κίνδυνο των Τούρκων.

Πέθανε, ύστερα από ασθένεια, τον Σεπτέμβριο του 1180, αφού λίγο πριν τον θάνατό του έλαβε το μοναστικό όνομα Ματθαίος. Άφησε το κράτος ασθενέστερο από εκείνο που παρέλαβε, από τον, επίσης δραστήριο αλλά και σώφρονα πατέρα του, Ιωάννη Β' Κομνηνό. Τον διαδέχθηκε ο ανήλικος υιός του Αλέξιος Β' ο Κομνηνός και λόγω της μικρής ηλικίας του η διακυβέρνηση ασκήθηκε ουσιαστικά από τη μητέρα του, τη Μαρία της Αντιόχειας. Μέσα στις ραδιουργίες, στη πολιτική αστάθεια και στη γενική αναταραχή που επικράτησε μετά το θάνατο του Αυτοκράτορα, η Μητέρα και ο ανήλικος υιός της, σε λίγα χρόνια εξοντώθηκαν πολιτικά και φυσικά.

 

ΜΑΝΟΥΗΛ Α΄ ΚΟΜΝΗΝΟΣ

Ο βασιλεύς κυρ Μανουήλ ο Κομνηνός
μια μέρα μελαγχολική του Σεπτεμβρίου
αισθάνθηκε τον θάνατο κοντά. Οιαστρολόγοι
(οι πληρωμένοι) της αυλής εφλυαρούσαν
που άλλα πολλά χρόνια θα ζήσει ακόμη.

Ενώ όμως έλεγαν αυτοί, εκείνος
παληές συνήθειες ευλαβείς θυμάται,
κι απ’ τα κελλιά των μοναχών προστάζει
ενδύματα εκκλησιαστικά να φέρουν,
και τα φορεί, κ* ευφραίνεται που δείχνει
όψι σεμνήν ιερέως ή καλογήρου.

Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,
και σαν τον βασιλέα κυρ Μανουήλ τελειώνουν
ντυμένοι μες την πίστιτων σεμνότατα.

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης (1915

Πυθαγόρειος βίος

 


 

Πυθαγόρειος βίος

 Στα γραφεία τής θεοσοφικής Εταιρείας έγινε, στις 23 Αύγουστου 1955, δεξίωση πρός τιμήν των αφιχθέντων στην πατρίδα μας ξένων συνέδρων του «Διεθνούς Συνεδρίου Πυθαγορείων». Τούς προσφώνησε ο πρόεδρος τής Θ.Ε. κ. Κωστής Μελισσαρόπουλος ο οποίος τόνισε ότι οι Θεόσοφοι ιδιαίτερα, τιμούν τον Πυθαγόρα ως μεγάλο Μύστη, ουσιαστικά δε αποτελούν κι’ αυτοί Πυθαγόρεια, οργάνωση, αφού παραδέχονται και συνιστούν τον Πυθαγόρειο τρόπο ζωής.

Ύστερα ο κ. Ιωάννης Βασιλής, διακεκριμένος ομιλητής και γνωστός διδάσκαλος στους κύκλους τής εσωτερικής φιλοσοφίας, προσφώνησε δια μακρών τους συνέδρους, δίνοντας ταυτόχρονα πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες για την σύγχρονη Πυθαγόρειο φιλοσοφική κίνηση στην Ελλάδα και απόψεις για τον Πυθαγόρειο τρόπο ζωής.

Από την ομιλία αυτή του κ. Βασιλή δημοσιεύουμε το μεγαλύτερο μέρος. 

Έκ μέρους των Μελών τής Ενώσεως Μελετητών «ο Πυθαγόρειος Δεσμός» ευχαριστώ θερμά διά την πρόσκληση μου εις την αποψινή δεξίωση.

ΙΙαραχωρών μοι την έδρα ταύτην, γνωρίζει καλά ο Αδ. Μελισσαρόπουλος ότι την παραχωρεί εις παλαιό θεόσοφο, όστις μετ’ άλλων αδελφών ίδρυσαν κατά το 1915 την θεοσοφική Στοά «Ο ΑΠΟΛΛΩΝ» και ούτω ως πρωτοπόροι συνέβαλαν εις την ώθηση τής θεοσοφικής κινήσεως εν Ελλάδι.

Αισθάνομαι ιδιαιτέρα χαρά  απόψε διότι μου δίδεται η ευκαιρία  να χαιρετήσω τους αφιχθέντες ξένους και μακράν του θορύβου των επισήμων δεξιώσεων και τελετών να τους ευχηθώ εκ βαθέων: «Καλώς ορίσατε αδελφοί μου».

Όταν επληροφορήθημεν την πρόθεση σας όπως δια των εν Βρυξέλλες και Αθήναις συνεδρίων, δώσετε ένα οργανικό σχήμα εις τα εκ των μελετών σας πορίσματα των σωζόμενων περί Πυθαγόρα και Πυθαγορείων, πιστεύσατε με ότι ησθάνθημεν

συγκλονιστική συγκίνηση, εκτιμήσαντες τον ενθουσιασμό σας ο οποίος σάς οδήγησε εις την πραγμάτωση ενός μεγάλου έργου, ικανού να σημείωση πνευματικό σταθμό υψίστης διά την ανθρωπότητα ιστορικής σημασίας.

Συν τω χρόνω περιήλθαν εις χείρας μας, με πολλή ευχέρεια ομολογώ, τελετουργικά τυπικά του υπό ίδρυση παρ’ υμών Πυθαγορείου Τάγματος και γνωρίσαμε τούς βαθμούς τής Ιεραρχίας σας.

Πάντα ταύτα διά τους ειδότας είναι γνωρίσματα και χαρακτηριστικά μιας οργανώσεως, κατά τεκμήριο τουλάχιστο, καθαρώς μυστηριακής διαρθρώσεως η οποία πρέπει να φυλάσσει ορισμένες αλήθειες φυσικές ή πνευματικές, προορισμένες όπως διά διαδοχικών μυήσεων αποκαλύπτονται εις εκλεκτές διάνοιες, εις ωρίμους ψυχές, συμφώνως πρός την κατηγορηματική προσταγή τού Θείου Μυσταγωγού Πυθαγόρα όστις κέλευε «ού τά πάντα τοις πάσι ρητά».

Εάν έχει ούτω, είσθε άξιοι θαυμασμού, θα είμεθα δε ευτυχείς εάν κρινώμεθα αρκετά κεκαθαρμένοι και ικανοί να μυηθούμε εις τας αλήθειας τού υμετέρου Τάγματος.

Εάν πάλι είχατε την φιλοδοξία να συγκεντρώσετε και να κωδικοποιήστε τα δημοσιευμένα εις διάφορα κυκλοφορούνται ελευθέρως συγγράμματα εκ των σωζόμενων περί Πυθαγόρα και Πυθαγορείων και να στρέψετε την προσοχή των συγχρόνων ανθρώπων πρός το περιεχόμενον τής Πυθαγορείου ιδεολογίας, και πάλι είσθε άξιοι θερμών επαίνων .

Έν τοιαύτη περιπτώσει επιτρέψατε μοι να σάς γνωρίσω κάτι το οποίον θα σάς χαροποιήσει.

Προ 60 περίπου ετών, ομάδα πνευματικών ανθρώπων, θαυμα­στών τού μεγάλου φιλοσόφου και μυσταγωγού Πυθαγόρα, επεδόθη, εις την συγκέντρωση των όσων  διασώθηκαν περί αυτού. Με την μυστηριακή δε κατάρτισίν των και εμπειρία ήτις τούς βοηθούσε μεγάλως να ερμηνεύσουν τον συμβολισμό και την αλληγορία, την οπτική αυτήν γλώσσαν όλων των κλειστών οργανώσεων των ασχολούμενων με την εσωτερική φιλοσοφία, επέτυχαν οι άνθρωποι αυτοί να συναρμολογήσουν τας κατασπαρμένες εις διαφόρους πηγές Πυθαγορείους θεωρίας και να παραδώσουν εις ημάς τούς νεότερους τα κεντρικά στοιχεία τής κοσμοθεωρίας των, τα οποία πίστευαν ότι περιέχοντας εις όλα τα μετά τον Πυθαγόρα φιλοσοφικά συστήματα των Αρχαίων Ελλήνων σοφών.

Είναι δίκαιον να αναφέρομε κατά την στιγμήν ταύτην, το όνομα εκείνου όστις ήτο ο εμψυχωτής και διδάσκαλος τής ομάδας των Ερευνητών και Επιστημόνων.

Ούτος ήτο ένας ταπεινός άνθρωπος, ο Σπυρίδων Νάγος τον οποίον, όμως η ειμαρμένη είχε προικίσει με άφθονα πνευματικά δώρα, τα οποία τον κατέστησαν ικανό ώστε να επιτύχει όπως το συναισθηματικό του ευρίσκεται εν αρμονική συζυγία, με το νοητικό του. Διά τούτο η συμπαθής αύτη προσωπικότης ακτινοβολούσε διαρκώς απέραντο καλοσύνη και άπειρον σοφία.

Διά τον μύστη αυτόν δεν υ­πήρχε πρόβλημα πνευματικό άλυτο ή αίνιγμα τής ζωής, διότι κατείχε πλήρως την επιστήμη τής ζωής. Έδιδε εις πάσαν απορία ικανοποιητική απάντηση. Εποδηγέτει στοργικά πάντα όστις τον πλησίαζε και τού έδειχνε τον δρόμο τής Αρετής.
Εχειραγώγει με υπομονή και δεξιοτεχνία απαράμιλλο κάθε άτομο πού η καλή του μοίρα τον έφερε κοντά του, ώστε να γνωρίζει ούτος άφ’ εαυτού την αλήθεια, να αντικρύσει μόνος του το φως.

Καθ’ ημάς αυτός ήτο ο πρώτος ενσυνείδητος σύγχρονος Πυθαγόρειος έν Ελλάδι.

Εκείνος υπήρξε ο διδάσκαλός μας και παρ’ αυτού προ 42 ετών περίπου ηκροάσθημεν το πρώτον τής Πυθαγορείου διδασκαλίας εις την θεοσοφική Στοά ο «Απόλλων», εις την ακρεωφαγική Εταιρία «Η Αθηνά υγεία» και Αλλαχού.

Μετά τον θάνατο του προσπαθούμε να συνεχίσομε το έργο του, εις διαφόρους οργανώσεις, όπως και εντός τής θεοσοφικής Εταιρίας. Ουδέποτε όμως τολμήσαμε να περιβληθούμε με τον τίτλο τού Πυθαγορείου, διότι η λέξις αυτή είναι συνώνυμος του αγνού, τού κεκαθαρμένου, τού αγίου, τού σοφού. Ουδέποτε τολμήσαμε να διανοηθούμε την ίδρυση Πυθαγορείου Τάγματος, διότι έχομε πλήρη συνείδηση τί σημαίνει τούτο. Ουδέποτε η σύνεση και σωφροσύνη θα μάς επιτρέψουν να αναλάβομε τοιαύτες ευθύνες απέναντι θεών και αν­θρώπων.

Αφήνομε την δόξα τής ιδρύσεως τοιούτων ταγμάτων εις τούς Πυθαγόρας, εις τούς ημιθέους και εις τούς πνευματι­κούς κολοσσούς.

Ημείς ως απλοί θνητοί λάτρες τής φύσεως και τής αλή­θειας, ονομαζόμεθα απλώς ερευνητές και μελετητές τής Αρχαίας σοφίας.

Προσπαθούμε να απαλλαγούμε των ανθρωπίνων μας αδυναμιών. Προσπαθούμε να εδραιώσομε έν ημίν την αιωνία γαλήνη, απομακρύνοντας κάθε ηθική πίεση, διά τής εφαρμογής κανόνων βίου συμφώνων με τον φυσικό ή Πυθαγόρειο Νόμο.

Εργαζόμεθα αόκνως να εξαγνίσομε τον νουν διά να καταστεί ούτος ικανός να γνωρίσει την φυσική και την πνευματική αλήθεια και αισθανόμεθα την υποχρέωση να μεταδώσουμε ταύτην εις τους συνανθρώπους μας.

Εις το υψηλό τούτο έργο συνεργαζόμεθα στενά με ομοϊδεάτες και εμφανιζόμαστε εις την κοινωνία δια διαφόρων οργανώσεων.

Ούτω το 1927 ιδρύσαμε τον Αρχαιόφιλο Όμιλο Εκδρομών και χαράξαμε τούς έξης σκοπούς: 1) την αγάπη προς την φύσιν, 2) την έρευνα των νόμων και των σκοπών αυτής, 3) την επίσκεψιν των αρχαίων μνημείων και ιερών και την ερμηνεία της μυστηριακής σημασίας αυτών 4) την μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και 5) τον εορτασμό τής ενάρξεως των τεσσάρων ωρών τού έτους,
Η τριλογία μας είναι Φύσις—Αλήθεια — Ανθρωπισμός.
Αι τρεις αύται λέξεις αποτελούν το καταστάλαγμα μελέτης κοσμο­θεωρίας διατυπωθείσης υπό των Αρχαίων Ελλήνων Φιλοσόφων. Προ τίνος χρόνου εις την ομάδα ημών προστέθηκαν ομοιογενή πνευματικά άτομα.

Τούτο, μάς επέτρεψε να συστήσομε την Ένωση Μελετητών ο «Πυθαγόρειος Δεσμός» πρός τον σκοπό 1) τής συνεχίσεως τής συστηματικής μελέτης των σωζόμενων περί Πυθαγόρου και Πυθαγορείων, 2) την μεθοδική κατάταξη των πορισμάτων τής μελέτης εις σύστημα ικανοποιούν τας απαιτήσεις τού συγχρόνου πνευματικού ανθρώπου. Ατυχώς διαπιστώσαμε και ημείς εκ των σωζόμενων τού Φιλολάου και τού Τιμαίου, οίτινες είναι οι μόνοι Πυθαγόρειοι γράψαντες περί Πυθαγόρου και τής σχολής του, ότι δεν δυνάμεθα να συλλάβομε ολοκληρωτικά την διδασκαλία τού Πυθαγόρου. ‘Ως είναι γνωστόν, οι ανωτέρω ήταν απόβλητοι τής σχόλης. Παρέβησαν τον όρκο τής σιγής και το σωτήριον δι ημάς αμάρτημα των, μας διέσωσε νύξεις τινάς περί τής κοσμοθεωρίας του Πυθαγόρου.

Επίσης ο Άρχιππος και ο Λύσις (Πυθαγόρειοι), η Θεανώ, σύζυγος του Πυθαγόρου, η Δαμώ και ο Τηλαυγής  (τέκνα του) δεν δημοσίευσαν τι το σχετικό με την Πυθαγόρειον διδασκαλία διότι, ως Μύσται τήρησαν πιστώς τούς όρκους των.

Τα όσα αναφέρουν ο Πλάτων ο αγοράσας, ως γνωστόν αντί 100 μνων, τα έργα τού Φιλολάου, ο Πορφύριος, ο Ιάμβλιχος, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, ο Διογένης ο Λαέρτιος, ο Στοβαίος, ο Πλούταρχος, ο Κικέρων, ο Πρόκλος, πολύ μεταγενέστεροι του Πυθαγόρα είναι βέβαια άξια μελέτης.

Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή και εμπειρία περί τα μυστηριακά διά να απορρίπτει κανείς τα μυθεύματα και την υπερβολή και να αφομοίωση τα πραγματικά και τα γνήσια Πυθαγόρεια.

Πάντως και τα κατάλοιπα αυτά μελετήθηκαν συστηματικώς και το καταστάλαγμα τής έρευνας τούτων ως και άλλων πηγών το διατυπώσαμε ως αρχάς και σκοπούς τής Ενώσεως Μελετητών «ο Πυθαγόρειος δεσμός».

Δεν εξέλιπαν, όθεν, από την Ελλάδα οι θαυμαστές τού Πυθαγόρου.

Υπάρχουν οι συστηματικώς μελετώντες την Πυθαγόρειον ιδεολογία. Εργάζονται ως άνθρωποι καλής θελήσεως και με αγνό πόθο να προσαρμόσουν τον βίο των πρός τον Πυθαγόρειο Νόμο. Άλλα δεν τολμούν να χρισθούν μόνοι των Πυθαγόρειοι, διότι ευλαβούνται και σέβονται τον ιερό τούτο  τίτλο, τον  όποιον άλλοτε απένεμε ο ίδιος ο Πυθαγόρας.

Μόνον αγνοί και άγιοι με ρωμαλέο νουν και έχοντες ως νόμο της ψυχής των την αρμονία θα είναι εις θέση να προσεγγίσουν με τας ακτίνας τής σκέψεως των το φωτεινό ΕΓΩ τού

θείου διδασκάλου. Μόνον μυσταγωγημένοι εις τας αληθείας τής φύσεως είναι κατάλληλοι και ικανοί να λάβουν την εντολή όπως συνεχίσουν το μέγα του έργον.

Αλλά με την ηθική κατάσταση  και την γνωστή νοοτροπία πού παρουσιάζουν οι σύγχρονοι άνθρωποι, πολύ φοβάμαι ότι ο Μέγας μυσταγωγός, εάν θα ήτο δυνατόν να τον συναντήσουν οι αγνοί, θα εβροντοφώνει και πάλι το «Ού τά πάντα τοις πάσι ρητά».

 

ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

  ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ   Κατά βάθος είμαι ζήτημα Φωτός είπε ο Σεφέρης. Το Φως έρχεται από πολύ μακριά. Από ένα χώρο όπου δεν υπήρχε...