Επίκουρος – Επιστολή προς Μενοικέα ή Περί Βίου

 

      


Επίκουρος – Επιστολή προς Μενοικέα ή Περί Βίου

"Ἐπίκουρος Μενοικεῖ χαίρειν.

122 "Μήτε νέος τις ὢν μελλέτω φιλοσοφεῖν, μήτε γέρων ὑπάρχων κοπιάτω φιλοσοφῶν· οὔτε γὰρ ἄωρος οὐδείς ἐστιν οὔτε πάρωρος πρὸς τὸ κατὰ ψυχὴν ὑγιαῖνον. ὁ δὲ λέγων ἢ μήπω τοῦ φιλοσοφεῖν ὑπάρχειν ὥραν ἢ παρεληλυθέναι τὴν ὥραν ὅμοιός ἐστι τῷ λέγοντι πρὸς εὐδαιμονίαν ἢ μὴ παρεῖναι τὴν ὥραν ἢ μηκέτι εἶναι. ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι, τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων, τῷ δ' ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων. μελετᾶν οὖν χρὴ τὰ ποιοῦντα τὴν εὐδαιμονίαν, εἴ περ παρούσης μὲν αὐτῆς πάντα ἔχομεν, ἀπούσης δὲ πάντα πράττομεν εἰς τὸ ταύτην ἔχειν.

123 "Ἃ δέ σοι συνεχῶς παρήγγελλον, ταῦτα καὶ πρᾶττε καὶ μελέτα, στοιχεῖα τοῦ καλῶς ζῆν ταῦτ' εἶναι διαλαμβάνων. πρῶτον μὲν τὸν θεὸν ζῷον ἄφθαρτον καὶ μακάριον νομίζων, ὡς ἡ κοινὴ τοῦ θεοῦ νόησις ὑπεγράφη, μηθὲν μήτε τῆς ἀφθαρσίας ἀλλότριον μήτε τῆς μακαριότητος ἀνοίκειον αὐτῷ πρόσαπτε· πᾶν δὲ τὸ φυλάττειν αὐτοῦ δυνάμενον τὴν μετὰ ἀφθαρσίας μακαριότητα περὶ αὐτὸν δόξαζε. θεοὶ μὲν γὰρ εἰσίν· ἐναργὴς γὰρ αὐτῶν ἐστιν ἡ γνῶσις. οἵους δ' αὐτοὺς <οἱ> πολλοὶ νομίζουσιν οὐκ εἰσίν· οὐ γὰρ φυλάττουσιν αὐτοὺς οἵους νομίζουσιν. ἀσεβὴς δὲ οὐχ ὁ τοὺς τῶν πολλῶν θεοὺς ἀναιρῶν, ἀλλ' ὁ τὰς τῶν πολλῶν δόξας  

Ο Επίκουρος χαιρετά τον Μενοικέα.

[122] Ούτε όταν είναι κανείς νέος δεν πρέπει να αναβάλει να φιλοσοφεί ούτε όταν είναι γέρος δεν πρέπει να θεωρεί κοπιαστικό να φιλοσοφεί. Διότι ποτέ δεν είναι ούτε πολύ νωρίς ούτε πολύ αργά για να φροντίσει την υγεία της ψυχής του.

Και αυτός που λέει ότι ο καιρός για να φιλοσοφήσει δεν έχει φτάσει ακόμη ή ότι έχει περάσει ήδη, μοιάζει με εκείνον που λέει είτε ότι δεν έχει έλθει ακόμα ο καιρός για την ευδαιμονία είτε ότι δεν υπάρχει πλέον καιρός γι’ αυτήν. Συνεπώς, πρέπει και ο νέος και ο γέρος να φιλοσοφούν, ο μεν ένας, καθώς γερνάει, να παραμένει νέος ανάμεσα στα αγαθά, χάρη στα ευχάριστα γεγονότα του παρελθόντος, ο δε άλλος, αν και νέος για να μη φοβάται, σαν γέρος το μέλλον. Πρέπει, επομένως, να στοχαζόμαστε τα πράγματα που φέρνουν την ευδαιμονία, επειδή όταν την κατέχουμε, έχουμε τα πάντα, ενώ όταν αυτή λείπει, κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε.

[123] Τα πράγματα μάλιστα που συνεχώς σου συνιστούσα, να τα πράττεις και να τα στοχάζεσαι θεωρώντας ότι αυτά είναι βασικές αρχές του καλώς ζην. Πρώτα απ’ όλα πιστεύοντας ότι ο θεός είναι ον ζωντανό αθάνατο και μακάριο, σύμφωνα με την κοινή παράσταση του θεού που έχει αποτυπωθεί στον νου των ανθρώπων, να μην αποδίδεις ποτέ σ’ αυτόν τίποτα που θα ήταν ξένο προς την αφθαρσία του, ούτε αταίριαστο προς την μακαριότητά του. Αλλά να πιστεύεις πάντοτε γι’ αυτόν κάθε τι που είναι ικανό να διαφυλάξει την αφθαρσία και την μακαριότητά του. Διότι οι θεοί υπάρχουν, επειδή η γνώση που έχουμε γι’ αυτούς είναι ολοφάνερη. Αλλά δεν είναι οι θεοί όπως τους πιστεύει ο πολύς κόσμος. Διότι δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση για τους θεούς. Και ασεβής δεν είναι αυτός που δεν αποδέχεται τους θεούς των πολλών ανθρώπων.  

124 θεοῖς προσάπτων. οὐ γὰρ προλήψεις εἰσὶν ἀλλ' ὑπολήψεις ψευδεῖς αἱ τῶν πολλῶν ὑπὲρ θεῶν ἀποφάσεις· ἔνθεν αἱ μέγισται βλάβαι τε τοῖς κακοῖς ἐκ θεῶν ἐπάγονται καὶ ὠφέλειαι <τοῖς ἀγαθοῖς>. ταῖς γὰρ ἰδίαις οἰκειούμενοι διὰ παντὸς ἀρεταῖς τοὺς ὁμοίους ἀποδέχονται, πᾶν τὸ μὴ τοιοῦτον ὡς ἀλλότριον νομίζοντες. "Συνέθιζε δὲ ἐν τῷ νομίζειν μηθὲν πρὸς ἡμᾶς εἶναι τὸν θάνατον· ἐπεὶ πᾶν ἀγαθὸν καὶ κακὸν ἐν αἰσθήσει· στέρησις δέ ἐστιν αἰσθήσεως ὁ θάνατος. ὅθεν γνῶσις ὀρθὴ τοῦ μηθὲν εἶναι πρὸς ἡμᾶς τὸν θάνατον ἀπολαυστὸν ποιεῖ τὸ τῆς ζωῆς θνητόν, οὐκ ἄπειρον προστιθεῖσα χρόνον ἀλλὰ τὸν τῆς ἀθανασίας ἀφελο 125 μένη πόθον. οὐθὲν γάρ ἐστιν ἐν τῷ ζῆν δεινὸν τῷ κατειληφότι γνησίως τὸ μηθὲν ὑπάρχειν ἐν τῷ μὴ ζῆν δεινόν· ὥστε μάταιος ὁ λέγων δεδιέναι τὸν θάνατον οὐχ ὅτι λυπήσει παρὼν ἀλλ' ὅτι λυπεῖ μέλλων. ὃ γὰρ παρὸν οὐκ ἐνοχλεῖ προσδοκώμενον κενῶς λυπεῖ. τὸ φρικωδέστατον οὖν τῶν κακῶν ὁ θάνατος οὐθὲν πρὸς ἡμᾶς, ἐπειδή περ ὅταν μὲν ἡμεῖς ὦμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δ' ὁ θάνατος παρῇ, τόθ' ἡμεῖς οὐκ ἐσμέν. οὔτε οὖν πρὸς τοὺς ζῶντάς ἐστιν οὔτε πρὸς τοὺς τετελευτηκότας, ἐπειδή περ περὶ οὓς μὲν οὐκ ἔστιν, οἱ δ' οὐκέτι εἰσίν. ἀλλ' οἱ πολλοὶ τὸν θάνατον ὁτὲ,μὲν ὡς μέγιστον τῶν κακῶν φεύγουσιν, ὁτὲ δὲ ὡς ἀνάπαυσιν τῶν

 [124] αλλά αυτός που αποδίδει στους θεούς αυτά που οι πολλοί πιστεύουν γι’ αυτούς. Επειδή αυτά τα οποία φρονούν οι πολλοί άνθρωποι για τους θεούς δεν είναι αντιλήψεις αλλά ψεύτικες δοξασίες. Σύμφωνα με αυτές τις ψεύτικες δοξασίες και οι μεγαλύτερες συμφορές για τους κακούς και οι ωφέλειες για τους καλούς προέρχονται από τους θεούς, επειδή το πλήθος, εντελώς εξοικειωμένο με την ιδιαίτερη έννοια που έχει για την αρετή, δεν αποδέχεται παρά μόνο τους θεούς που είναι σύμφωνοι με αυτή την αρετή, αλλά θεωρεί ξένο κάθε τι που είναι διαφορετικό.

Να συνηθίζεις να θεωρείς ότι ο θάνατος είναι ένα τίποτα για μας, γιατί κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση, και ο θάνατος είναι η στέρηση της αίσθησης. Έτσι, η επίγνωση ότι ο θάνατος είναι ένα τίποτα για μας κάνει απολαυστική την θνητή ζωή μας, όχι επειδή προσθέτει άπειρο [125] χρόνο σ’ αυτήν αλλά γιατί αφαιρεί τον πόθο της αθανασίας. Γιατί τίποτα δεν είναι φοβερό στην ζωή για όποιον έχει

πραγματικά κατανοήσει ότι τίποτα φοβερό δεν υπάρχει στο να μη ζει κανείς. Είναι ανόητος λοιπόν αυτός που λέει ότι φοβάται τον θάνατο όχι γιατί θα υποφέρει όταν έρθει, αλλά διότι τον θλίβει η προσμονή του. Διότι άδικα λυπάται κανείς προσμένοντας ένα πράγμα που δεν ενοχλεί όταν είναι παρόν. Έτσι λοιπόν το πιο φρικτό από τα κακά, ο θάνατος, δεν είναι τίποτα για μας, επειδή ακριβώς όταν εμείς υπάρχουμε, ο θάνατος δεν υπάρχει, όταν δε ο θάνατος έρθει τότε εμείς δεν υπάρχουμε. Ο θάνατος λοιπόν δεν υπάρχει ούτε για τους ζωντανούς ούτε για τους νεκρούς, επειδή δεν έχει σχέση με τους πρώτους, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πλέον. Αλλά οι πολλοί άλλοτε αποφεύγουν τον θάνατο ως το χειρότερο από τα κακά.

 126 ἐν τῷ ζῆν <κακῶν αἱροῦνται. ὁ δὲ σοφὸς οὔτε παραιτεῖται τὸ ζῆν> οὔτε φοβεῖται τὸ μὴ ζῆν· οὔτε γὰρ αὐτῷ προσίσταται τὸ ζῆν οὔτε δοξάζεται κακὸν εἶναί τι τὸ μὴ ζῆν. ὥσπερ δὲ τὸ σιτίον οὐ τὸ πλεῖον πάντως ἀλλὰ τὸ ἥδιστον αἱρεῖται, οὕτω καὶ χρόνον οὐ τὸν μήκιστον ἀλλὰ τὸν ἥδιστον καρπίζεται. ὁ δὲ παραγγέλλων τὸν μὲν νέον καλῶς ζῆν, τὸν δὲ γέροντα καλῶς καταστρέφειν εὐήθης ἐστὶν οὐ μόνον διὰ τὸ τῆς ζωῆς ἀσπαστόν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ τὴν αὐτὴν εἶναι μελέτην τοῦ καλῶς ζῆν καὶ τοῦ καλῶς ἀποθνῄσκειν. πολὺ δὲ χείρων καὶ ὁ λέγων (Thgn. 425, 427) καλὸν μὲν μὴ φῦναι, φύντα δ' ὅπως ὤκιστα πύλας Ἀΐδαο περῆσαι.

127 εἰ μὲν γὰρ πεποιθὼς τοῦτό φησι, πῶς οὐκ ἀπέρχεται ἐκ τοῦ ζῆν; ἐν ἑτοίμῳ γὰρ αὐτῷ τοῦτ' ἔστιν, εἴπερ ἦν βεβουλευμένον αὐτῷ βεβαίως· εἰ δὲ μωκώμενος, μάταιος ἐν τοῖς οὐκ ἐπιδεχομένοις.

"Μνημονευτέον δὲ ὡς τὸ μέλλον οὔτε ἡμέτερον οὔτε πάντως οὐχ ἡμέτερον, ἵνα μήτε πάντως προσμένωμεν ὡς ἐσόμενον μήτε ἀπελπίζωμεν ὡς πάντως οὐκ ἐσόμενον.

"Ἀναλογιστέον δὲ ὡς τῶν ἐπιθυμιῶν αἱ μέν εἰσι φυσικαί, αἱ δὲ κεναί. καὶ τῶν φυσικῶν αἱ μὲν ἀναγκαῖαι, αἱ δὲ φυσικαὶ μόνον· τῶν δ' ἀναγκαίων αἱ μὲν πρὸς εὐδαιμονίαν εἰσὶν ἀναγκαῖαι, αἱ δὲ

  [126] άλλοτε τον επιλέγουν ως ανάπαυση από τα δεινά της ζωής. Αντίθετα, ο σοφός ούτε την ζωή περιφρονεί και ούτε φοβάται να μη ζει, επειδή ούτε η ζωή είναι βάρος γι’ αυτόν, και ούτε θεωρεί ότι είναι κακό το να μη ζει. Όπως ακριβώς δεν προτιμά πάντοτε το περισσότερο αλλά το πιο ευχάριστο φαγητό, έτσι και με τον χρόνο της ζωής του δεν απολαμβάνει τον περισσότερο αλλά τον πιο ευχάριστο. Και αυτός που συμβουλεύει τον μεν νέο να ζει καλά, τον δε γέρο να τελειώσει καλά την ζωή του, είναι ανόητος όχι μόνο επειδή η ζωή είναι όμορφή ( για το γέρο), αλλά και επειδή η φροντίδα να ζει κανείς καλά και να πεθάνει καλά είναι ένα και το αυτό. Μάλιστα πολύ χειρότερος είναι αυτός που λέει ότι καλό είναι να μη γεννηθεί κανείς, «και όταν γεννηθεί, να περάσει όσο πιο γρήγορα τις πύλες του Άδη».

[127] Αν μεν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν εγκαταλείπει την ζωή; Πράγματι είναι κάτι που είναι πάντα στην ευχέρειά του, εάν ο θάνατος είναι σταθερή του επιθυμία. Αν όμως αστειεύεται, δείχνει ελαφρότητα σε θέματα που δεν σηκώνουν αστεία. Πρέπει να θυμάσαι ότι το μέλλον δεν είναι ούτε εντελώς δικό μας ούτε εντελώς πέρα από μας, ώστε μήτε να περιμένουμε ότι σίγουρα θα έλθει ούτε πάλι να απελπιζόμαστε ότι οπωσδήποτε δεν θα έρθει.

Πρέπει επίσης να αναλογιστείς ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και άλλες είναι μάταιες, και από τις φυσικές άλλες είναι αναγκαίες και άλλες μόνο φυσικές. Από δε τις αναγκαίες επιθυμίες άλλες είναι αναγκαίες για την ευδαιμονία, άλλες για να είναι.

 128 πρὸς τὴν τοῦ σώματος ἀοχλησίαν, αἱ δὲ πρὸς αὐτὸ τὸ ζῆν. ούτων γὰρ ἀπλανὴς θεωρία πᾶσαν αἵρεσιν καὶ φυγὴν ἐπανάγειν οἶδεν ἐπὶ τὴν τοῦ σώματος ὑγίειαν καὶ τὴν τῆς ψυχῆς ἀταραξίαν, ἐπεὶ τοῦτο τοῦ μακαρίως ζῆν ἐστι τέλος. τούτου γὰρ χάριν πάντα πράττομεν, ὅπως μήτε ἀλγῶμεν μήτε ταρβῶμεν· ὅταν δ' ἅπαξ τοῦτο περὶ ἡμᾶς γένηται, λύεται πᾶς ὁ τῆς ψυχῆς χειμών, οὐκ ἔχοντος τοῦ ζῴου βαδίζειν ὡς πρὸς ἐνδέον τι καὶ ζητεῖν ἕτερον ᾧ τὸ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ἀγαθὸν συμπληρώσεται. τότε γὰρ ἡδονῆς χρείαν ἔχομεν ὅταν ἐκ τοῦ μὴ παρεῖναι τὴν ἡδονὴν ἀλγῶμεν· <ὅταν δὲ μὴ ἀλγῶμεν,> οὐκέτι τῆς ἡδονῆς δεόμεθα. καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἡδονὴν ἀρχὴν καὶ τέλος λέγομεν εἶναι τοῦ μακαρίως ζῆν· ταύτην γὰρ ἀγαθὸν πρῶτον καὶ συγγενικὸν ἔγνωμεν, καὶ ἀπὸ ταύτης καταρχόμεθα πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς καὶ ἐπὶ ταύτην καταντῶμεν ὡς κανόνι τῷ πάθει πᾶν ἀγαθὸν κρίνοντες. καὶ ἐπεὶ πρῶτον ἀγαθὸν τοῦτο καὶ σύμφυτον, διὰ τοῦτο καὶ οὐ πᾶσαν ἡδονὴν αἱρούμεθα, ἀλλ' ἔστιν ὅτε πολλὰς ἡδονὰς ὑπερβαίνομεν, ὅταν πλεῖον ἡμῖν τὸ δυσχερὲς ἐκ τούτων ἕπηται· καὶ πολλὰς ἀλγηδόνας ἡδονῶν κρείττους νομίζομεν, ἐπειδὰν μείζων ἡμῖν ἡδονὴ παρακολουθῇ πολὺν χρόνον ὑπομείνασι τὰς ἀλγηδόνας. πᾶσα οὖν ἡδονὴ διὰ τὸ φύσιν ἔχειν οἰκείαν ἀγαθόν, οὐ πᾶσα μέντοι αἱρετή· καθά περ καὶ ἀλγηδὼν πᾶσα κακόν, οὐ πᾶσα δὲ ἀεὶ [128] ανενόχλητο το σώμα, και άλλες για την ίδια την ζωή.

    Και πράγματι, μία αλάνθαστη θεώρηση των επιθυμιών πρέπει να ανάγει κάθε προτίμηση και κάθε αποφυγή στην υγεία του σώματος και την αταραξία της ψυχής, επειδή εκεί βρίσκεται ο τελικός σκοπός της μακάριας ζωής. Επειδή κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε τον σωματικό πόνο και την ταραχή της ψυχής. Και από την στιγμή που το επιτύχουμε, σταματά κάθε ψυχική ταραχή, επειδή το ζωντανό ον δεν χρειάζεται πλέον να κινηθεί προς κάτι που του λείπει, ούτε να αναζητήσει κάτι άλλο για να συμπληρώσει το καλό της ψυχής και του σώματος. Διότι τότε χρειαζόμαστε την ηδονή, όταν πονούμε εξ’ αιτίας της απουσίας της, και όταν δεν πονούμε, δεν χρειαζόμαστε καθόλου την ηδονή. Και για τούτο λέμε ότι η ηδονή είναι αρχή και τέλος της μακάριας ζωής. Γιατί έχουμε διαγνώσει ότι η ηδονή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό μέσα μας, και ότι με αυτήν ως αφετηρία διαλέγουμε τι θα πράξουμε και τι θα αποφύγουμε, και ότι σε αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε κάθε αγαθό με γνώμονα αυτό που αισθανόμαστε. Και ακριβώς επειδή η ηδονή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο αγαθό μέσα μας, δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή, αλλά υπάρχουν περιπτώσεις όπου προσπερνάμε πολλές ηδονές, όταν εξαιτίας τους προκύπτουν για μας μεγαλύτερες ενοχλήσεις. Και υπάρχουν πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που ακολουθεί είναι για μας μεγαλύτερη, όταν για πολύ χρόνο υπομένουμε τους πόνους. Κάθε λοιπόν ηδονή, από μόνη της και από την ίδια της την φύση είναι κάτι καλό, εντούτοις δεν επιλέγουμε κάθε ηδονή, καθ’ όμοιο τρόπο, κάθε πόνος είναι κάτι κακό, και παρόλα αυτά,

 130 φευκτὴ πεφυκυῖα. τῇ μέντοι συμμετρήσει καὶ συμφερόντων καὶ ἀσυμφόρων βλέψει ταῦτα πάντα κρίνειν καθήκει· χρώμεθα γὰρ τῷ μὲν ἀγαθῷ κατά τινας χρόνους ὡς κακῷ, τῷ δὲ κακῷ τοὔμπαλιν ὡς ἀγαθῷ. καὶ τὴν αὐτάρκειαν δὲ ἀγαθὸν μέγα νομίζομεν, οὐχ ἵνα πάντως τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα, ἀλλ' ὅπως ἐὰν μὴ ἔχωμεν τὰ πολλά, τοῖς ὀλίγοις χρώμεθα, πεπεισμένοι γνησίως ὅτι ἥδιστα πολυτελείας ἀπολαύουσιν οἱ ἥκιστα ταύτης δεόμενοι, καὶ ὅτι τὸ μὲν φυσικὸν πᾶν εὐπόριστόν ἐστι, τὸ δὲ κενὸν δυσπόριστον. οἵ τε λιτοὶ χυλοὶ ἴσην πολυτελεῖ διαίτῃ τὴν ἡδονὴν ἐπιφέρουσιν ὅταν ἅπαν τὸ ἀλγοῦν κατ' ἔνδειαν ἐξαιρεθῇ· καὶ μᾶζα καὶ ὕδωρ τὴν ἀκροτάτην ἀποδίδωσιν ἡδονὴν ἐπειδὰν ἐνδέων τις αὐτὰ προσενέγκηται. τὸ συνεθίζειν οὖν ἐν ταῖς ἁπλαῖς καὶ οὐ πολυτελέσι διαίταις καὶ ὑγιείας ἐστὶ συμπληρωτικὸν καὶ πρὸς τὰς ἀναγκαίας τοῦ βίου χρήσεις ἄοκνον ποιεῖ τὸν ἄνθρωπον καὶ τοῖς πολυτελέσιν ἐκ διαλειμμάτων προσερχομένους κρεῖττον ἡμᾶς διατίθησι καὶ πρὸς τὴν τύχην ἀφόβους παρασκευάζει.

"Ὅταν οὖν λέγωμεν ἡδονὴν τέλος ὑπάρχειν, οὐ τὰς τῶν ἀσώτων ἡδονὰς καὶ τὰς ἐν ἀπολαύσει κειμένας λέγομεν, ὥς τινες ἀγνοοῦντες καὶ οὐχ ὁμολογοῦντες ἢ κακῶς ἐκδεχόμενοι νομίζουσιν, ἀλλὰ τὸ μήτε ἀλγεῖν κατὰ σῶμα μήτε ταράττεσθαι  

 [130] κάθε πόνος δεν πρέπει πάντοτε ν' αποφεύγεται. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να εξετάζουμε και να υπολογίζουμε τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα, πριν να κρίνουμε την αξία κάθε ηδονής και κάθε πόνου, γιατί χρησιμοποιούμε, σε ορισμένες περιπτώσεις, το αγαθό ως κακό, και το κακό, με τη σειρά του, ως αγαθό.

Και θεωρούμε την αυτάρκεια μεγάλο αγαθό, όχι για να  χρησιμοποιούμε τα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν δεν έχουμε τα πολλά, έχοντας την πεποίθηση ότι απολαμβάνουν πολύ ευχάριστα την πολυτέλεια αυτοί που την χρειάζονται λιγότερο, και ότι κάθε τι που είναι φυσικό αποκτιέται εύκολα, ενώ κάθε τι που είναι μάταιο αποκτιέται δύσκολα, και οι λιτές τροφές προσφέρουν ίση ηδονή με τα πολυτελή γεύματα, όταν εξαλείφουν τελείως όλο τον πόνο που προέρχεται από την έλλειψη, και το ψωμί και το νερό προκαλούν την πιο δυνατή ηδονή σ’ αυτόν που τα γεύεται αφού έχει νοιώσει την ανάγκη τους. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στην απλή διατροφή και όχι στην πολυτελή διατροφή, και εξασφαλίζει την υγεία και κάνει τον άνθρωπο ακούραστο στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής του και μας κάνει να νοιώθουμε πιο ευχάριστα όταν, κατά διαστήματα, πηγαίνουμε σε πολυτελή γεύματα, και μας προετοιμάζει να μην φοβόμαστε τις εναλλαγές της τύχης. Όταν λοιπόν λέμε ότι η ηδονή είναι ο τελικός σκοπός της ζωής, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και αυτές που συνίστανται στην αισθησιακή απόλαυση, όπως νομίζουν μερικοί από άγνοια και επειδή διαφωνούν με εμάς ή είναι κακώς πληροφορημένοι, αλλά εννοούμε να μην πονά το σώμα και να μην ταράσσεται η ψυχή.

 132 κατὰ ψυχήν. οὐ γὰρ πότοι καὶ κῶμοι συνείροντες οὐδ' ἀπολαύσεις παίδων καὶ γυναικῶν οὐδ' ἰχθύων καὶ τῶν ἄλλων ὅσα φέρει πολυτελὴς τράπεζα τὸν ἡδὺν γεννᾷ βίον, ἀλλὰ νήφων λογισμὸς καὶ τὰς αἰτίας ἐξερευνῶν πάσης αἱρέσεως καὶ φυγῆς καὶ τὰς δόξας ἐξελαύνων ἐξ ὧν πλεῖστος τὰς ψυχὰς καταλαμβάνει θόρυβος. τούτων δὲ πάντων ἀρχὴ καὶ τὸ μέγιστον ἀγαθὸν φρόνησις· διὸ καὶ φιλοσοφίας τιμιώτερον ὑπάρχει φρόνησις, ἐξ ἧς αἱ λοιπαὶ πᾶσαι πεφύκασιν ἀρεταί, διδάσκουσα ὡς οὐκ ἔστιν ἡδέως ζῆν ἄνευ τοῦ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως, <οὐδὲ φρονίμως καὶ καλῶς καὶ δικαίως> ἄνευ τοῦ ἡδέως· συμπεφύκασι γὰρ αἱ ἀρεταὶ τῷ ζῆν ἡδέως, καὶ τὸ ζῆν ἡδέως τούτων ἐστὶν ἀχώριστον.

133 "Ἐπεὶ τίνα νομίζεις εἶναι κρείττονα τοῦ καὶ περὶ θεῶν ὅσια δοξάζοντος καὶ περὶ θανάτου διὰ παντὸς ἀφόβως ἔχοντος καὶ τὸ τῆς φύσεως ἐπιλελογισμένου τέλος, καὶ τὸ μὲν τῶν ἀγαθῶν πέρας ὡς ἔστιν εὐσυμπλήρωτόν τε καὶ εὐπόριστον διαλαμβάνοντος, τὸ δὲ τῶν κακῶν ὡς ἢ χρόνους ἢ πόνους ἔχει βραχεῖς, τὴν δὲ ὑπό τινων δεσπότιν εἰσαγομένην πάντων ἐγγελῶντος <εἱμαρμένην καὶ μᾶλλον ἃ μὲν κατ' ἀνάγκην γίνεσθαι λέγοντος>, ἃ δὲ ἀπὸ τύχης, ἃ δὲ παρ' ἡμᾶς διὰ τὸ τὴν μὲν ἀνάγκην ἀνυπεύθυνον εἶναι, τὴν δὲ τύχην ἄστατον ὁρᾶν, τὸ δὲ παρ' ἡμᾶς ἀδέσποτον ᾧ

 [132] Γιατί την ευχάριστη ζωή, δεν την γεννούν τα ποτά και οι συνεχείς διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις αγοριών και γυναικών, ούτε ψαριών και των άλλων εδεσμάτων που προσφέρουν τα πολυτελή τραπέζια, αλλά ο νηφάλιος λογισμός, που ερευνά τις αιτίες για κάθε προτίμηση ή αποφυγή και διώχνει τις δοξασίες από τις οποίες προέρχεται η μεγαλύτερη ταραχή που καταλαμβάνει τις ψυχές μας.

Αρχή λοιπόν για όλα αυτά και το μέγιστο αγαθό είναι η φρόνηση.

Γι αυτό είναι πολυτιμότερη από την φιλοσοφία η φρόνηση, από την οποία απορρέουν όλες οι άλλες αρετές, και είναι αυτή που διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς ευχάριστα αν η ζωή του δεν έχει φρόνηση ομορφιά και δικαιοσύνη, και ούτε πάλι μπορεί να έχει η ζωή του φρόνηση ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει ευχαρίστηση. Γιατί οι αρετές έχουν την ίδια φύση με την ευχάριστη ζωή, και η ευχάριστη ζωή δεν ξεχωρίζει από αυτές.

[133] Γιατί ποιόν θεωρείς άραγε καλύτερο από εκείνον τον άνθρωπο ο οποίος και για τους θεούς έχει γνώμες που τις χαρακτηρίζει ο σεβασμός, και που στέκεται παντοτινά άφοβος απέναντι στο θάνατο και που έχει κατανοήσει το σκοπό της φύσης, και που έχει αντιληφθεί ότι το μεν υπέρτατο αγαθό εύκολα προσεγγίζεται και εύκολα αποκτάται, το δε υπέρτατο κακό είτε έχει σύντομη διάρκεια είτε λίγους πόνους; Και περιγελά το πεπρωμένο, που κάποιοι το παρουσιάζουν σαν απόλυτο κυρίαρχο των πάντων, λέγοντας μάλλον ότι από τα πράγματα κάποια γίνονται από ανάγκη κάποια άλλα από τύχη και κάποια άλλα τέλος από την δική μας βούληση. Γιατί η μεν ανάγκη δεν υπόκειται σε ευθύνη, η τύχη από την άλλη μεριά είναι άστατη, αλλά η ελευθερία μας δεν εξουσιάζεται από κανέναν άλλον,

 134 καὶ τὸ μεμπτὸν καὶ τὸ ἐναντίον παρακολουθεῖν πέφυκεν (ἐπεὶ κρεῖττον ἦν τῷ περὶ θεῶν μύθῳ κατακολουθεῖν ἢ τῇ τῶν φυσικῶν εἱμαρμένῃ δουλεύειν· ὁ μὲν γὰρ ἐλπίδα παραιτήσεως ὑπογράφει θεῶν διὰ τιμῆς, ἡ δὲ ἀπαραίτητον ἔχει τὴν ἀνάγκην), τὴν δὲ τύχην οὔτε θεὸν ὡς οἱ πολλοὶ νομίζουσιν ὑπολαμβάνοντος (οὐ-θὲν γὰρ ἀτάκτως θεῷ πράττεται) οὔτε ἀβέβαιον αἰτίαν (<οὐκ> οἴεται μὲν γὰρ ἀγαθὸν ἢ κακὸν ἐκ ταύτης πρὸς τὸ μακαρίως ζῆν ἀνθρώποις δίδοσθαι, ἀρχὰς μέντοι μεγάλων ἀγαθῶν ἢ κακῶν ὑπὸ ταύτης 135 χορηγεῖσθαι), κρεῖττον εἶναι νομίζοντος εὐλογίστως ἀτυχεῖν ἢ ἀλογίστως εὐτυχεῖν· βέλτιον γὰρ ἐν ταῖς πράξεσι τὸ καλῶς κριθὲν <μὴ> ὀρθωθῆναι διὰ ταύτην.

"Ταῦτα οὖν καὶ τὰ τούτοις συγγενῆ μελέτα πρὸς σεαυτὸν ἡμέρας καὶ νυκτὸς πρός <τε> τὸν ὅμοιον σεαυτῷ, καὶ οὐδέποτε οὔθ' ὕπαρ οὔτ' ὄναρ διαταραχθήσῃ, ζήσεις δὲ ὡς θεὸς ἐν ἀνθρώποις.οὐθὲν γὰρ ἔοικε θνητῷ ζῴῳ ζῶν ἄνθρωπος ἐν ἀθανάτοις ἀγαθοῖς."  [134] και φυσικά επιδέχεται τον ψόγο όσο και τον έπαινο.

Επειδή είναι προτιμότερο να ακολουθούμε τον μύθο για τους θεούς, παρά να υποδουλωνόμαστε στο πεπρωμένο των φυσικών φιλοσόφων, γιατί ο μύθος μας δίνει την ελπίδα να κάμψουμε τους θεούς τιμώντας τους, ενώ η αναγκαιότητα είναι αμείλικτη. Την τύχη όμως ούτε θεό την θεωρεί, όπως πιστεύουν οι πολλοί άνθρωποι - αφού τίποτα δεν γίνεται από τον θεό χωρίς τάξη - ούτε πάλι την θεωρεί ως αβέβαιη αιτία, δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται το καλό ή το κακό στους ανθρώπους για μια ευτυχισμένη ζωή, αλλά όμως παρέχει την ευκαιρία και την αρχή για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά.

[135] Πιστεύει τελικά ότι είναι καλύτερα να ατυχήσει σε κάτι που σκέφτηκε σωστά, παρά να ευτυχήσει χωρίς να έχει συλλογιστεί, γιατί είναι καλύτερο, στις ανθρώπινες πράξεις, να αποτύχει εκείνο που επιλέχθηκε σωστά, παρά να επιτύχει από ευνοϊκή τύχη εκείνο που κακώς επιλέχθηκε.

Αυτά λοιπόν, και όλα όσα σχετίζονται με αυτά, να συλλογίζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου και με κάποιον όμοιό σου και ποτέ δεν θα ταραχθείς ούτε στον ξύπνιο σου ούτε στον ύπνο σου, αλλά θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους.

Γιατί δεν μοιάζει καθόλου με θνητό πλάσμα ένας άνθρωπος που ζει ανάμεσα σε αθάνατα αγαθά.

Απόδοση στα σύγχρονα ελληνικά

 ΕΔΕΣΣΑ2025

 

                                       

 

 

Ο ΑΓΝΟΗΜΕΝΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ.



Ο ΑΓΝΟΗΜΕΝΟΣ ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ.

 Τα ερωτήματα που αφορούν την δυνατότητα πρόσβασης στην Αλήθεια και την  Γνώση δεν είναι βέβαια καινούργια! Ανάγονται στην εποχή του Παρμενίδη του Ελεάτη, ο οποίος απορρίπτει τον κόσμο των αισθήσεων, της κίνησης και της πολυπλοκότητας σαν ψευδαίσθηση και δέχεται την πραγματικότητα του «Εόν» της απόλυτης ολοστρόγγυλης ακίνητης και άχρονης Αλήθειας! Η γνώση αυτής της Αλήθειας, ο δρόμος του «Είναι» όπως λέει, είναι προσβάσιμος μόνο με την Νόηση, ενώ οι αισθήσεις οδηγούν στον αδιέξοδο δρόμο του «μη Είναι». Ο Παρμενίδης είναι ο θεμελιωτής της Μεταφυσικής αντίληψης, που κύριος εκφραστής της υπήρξε ο Πλάτωνας! Ο Πλάτωνας θεωρεί τον κόσμο των αισθήσεων και της εμπειρίας ατελή αντανάκλαση του κόσμου των Ιδεών που αποτελεί την μόνη αληθινή πραγματικότητα. Ο κόσμος αυτός γίνεται κατανοητός αποκλειστικά μέσω του «ορθού λόγου», της λογικής σκέψης δηλαδή και δεν βασίζεται στις αισθήσεις με τις οποίες γίνεται αντιληπτός ο υλικός κόσμος, το ατελές είδωλο του κόσμου των Ιδεών. Για τον Πλάτωνα η Γνώση είναι μια «ανάμνηση» του κόσμου των Ιδεών, που η ψυχή βίωσε πριν ενσαρκωθεί στο σώμα! Μία ανάμνηση, που συσκοτίζεται από τις αισθήσεις και απαιτείται άσκηση για να απαλλαγεί κανείς από την επιρροή τους και με καθαρή νόηση να κατακτήσει την Γνώση της Αλήθειας!

Η Φιλοσοφική προσέγγιση κατανόησης του κόσμου μόνο μέσω του «ορθού λόγου» ονομάστηκε Ορθολογισμός, σε αντίθεση με τον Εμπειρισμό που αποτελεί υλιστική προσέγγιση και βασίζει την Γνώση αποκλειστικά υποτίθεται στην εμπειρία που αποκτάται μέσω των αισθήσεων και των συναισθημάτων!

Αν και ο Εμπειρισμός έχει τις ρίζες του στον Αριστοτέλη κύριος εκπρόσωπός του θεωρείται ο Επίκουρος! Και αυτό γιατί ο Αριστοτέλης συνηθισμένος να πατά σε δύο βάρκες, δηλώνει ότι τον υλικό κόσμο τον αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις και τον νοητό με τον Νου! Ο Εμπειρισμός του Επίκουρου εκφράζεται με τον Επικούρειο Κανόνα! Ο Επικούρειος Κανόνας προσωπική μου άποψη είναι, ότι δεν έτυχε ποτέ της δέουσας προσοχής, ούτε στην εποχή του, ούτε στους κατοπινούς χρόνους,  αφού όλη η συζήτηση και η κριτική επικεντρώθηκε στον υλισμό και την ηδονιστική ηθική της Επικούρειας Φιλοσοφίας, που έγιναν κόκκινο πανί για τις αντίπαλες μεταφυσικές φιλοσοφίες τις μονοθεϊστικές θρησκείες και τα κατεστημένα που εξυπηρετούσαν.

Ο Επικούρειος Κανόνας πράγματι βασίζει την Γνώση στις αισθήσεις και τα συναισθήματα! Αλλά δεν αρκείται σε αυτό. Η αξιολόγηση των δεδομένων των αισθήσεων και των συναισθημάτων απαιτεί λογική ανάλυση. Γι’ αυτό και ο Επίκουρος διευκρινίζει ότι οι αισθήσεις δεν σφάλουν ποτέ! Δεν υπόκεινται στο λόγο, δηλαδή δεν χρησιμοποιούν τη λογική, άρα δεν υπόκεινται σε διάψευση. Σε διάψευση υπόκεινται οι κρίσεις και γνώμες που σχηματίζει το ανθρώπινο μυαλό, με τον τρόπο που επεξεργάζεται τις πληροφορίες που του παρέχουν οι αισθήσεις. Η μέθοδος εξάλλου της αναλογίας μέσω τις οποίας συμπεραίνουμε για εκείνα που δεν εμπίπτουν στην αντίληψή μας κατ’ αναλογία με τα γνωστά, χρησιμοποιεί εξίσου την εμπειρία και την λογική σκέψη.

Ο τρόπος με τον οποίον προκύπτουν οι έννοιες (προλήψεις) από τις παραστάσεις, το στιγμιαίο δηλαδή αποτύπωμα των αισθήσεων στην συνείδηση, απαιτεί επίσης λογική επεξεργασία. Συγκεκριμένα η πρόληψη είναι έννοια που προέκυψε από ομοειδείς  παραστάσεις που παρέμειναν στον νου σαν αποταμίευμα. Προϋποθέτει την λειτουργία της μνήμης. Είναι η μνήμη ενός εξωτερικού πράγματος που μας έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα, όπως μας εξηγεί ο Διογένης ο Λαέρτιος. Προϋποθέτει επίσης την αφαιρετική διαδικασία ανάλυσης του νου. Ενώ λοιπόν η παράσταση είναι στιγμιαία αποτύπωση της πραγματικότητας, και δεν προϋποθέτει μνήμη και λογική επεξεργασία, η πρόληψη (έννοια), που αποτελεί συγκερασμό ομοειδών παραστάσεων, σχηματίζεται σε βάθος χρόνου με την συνεργασία της μνήμης και της αφαιρετικής λογικής επεξεργασίας και αποθηκεύεται στο νου για περαιτέρω χρήση, συμβάλλοντας στην δόμηση της εμπειρίας και εκφράζεται με ένα συγκεκριμένο λεκτικό σύμβολο, μία λέξη δηλαδή συγκεκριμένη, που η σκέψη ή  εκφορά της την ανασύρει αυτή και καμία άλλη από το αποταμίευμα των διαφόρων εννοιών στον νου.

Τέλος η μέθοδος της εμπειρικής διπλής δοκιμασίας της επιβεβαίωσης και μη αμφισβήτησης και αμφισβήτησης και μη επιβεβαίωσης θέτει στέρεα τα θεμέλια της γνώσης και τα όρια πραγματικού και φανταστικού!

Δεν υφίσταται επομένως Εμπειρισμός στερούμενος λογικής σκέψης και ανάλυσης κατ’ αναλογία με τον Πλατωνικό Ορθολογισμό!  Γι’ αυτό και οι Επικούρειοι όταν μιλούν για Ορθολογισμό εννοούν την λογική ανάλυση των δεδομένων των αισθήσεων με βάση την εμπειρία.

Έτσι μπορεί ο άνθρωπος να προσεγγίσει την πραγματικότητα σε ικανοποιητικό βαθμό ώστε να ερμηνεύσει τον κόσμο που τον περιβάλλει και να αποβάλλει τους φόβους που προκαλεί η άγνοια! Σε αντίθεση με τους Ορθολογιστές όμως οι Επικούρειοι δεν ισχυρίζονται ότι η αντιληπτή πραγματικότητα ταυτίζεται με κάποια  Απόλυτη Αλήθεια!

Για τους Επικούρειους ο Πλατωνικός Ορθολογισμός είναι πουκάμισο αδειανό αφού η λογική ανάλυση απαιτεί δεδομένα που στην προκείμενη περίπτωση είναι ανύπαρκτα! Το αδειανό όμως αυτό πουκάμισο, ο ορθολογισμός του τίποτα, υπήρξε δεκανίκι μεταφυσικών Ιδεοληψιών και θρησκειών του παραλόγου που τελικά βύθισαν την Ευρώπη στο σκοτάδι του Μεσαίωνα!

Από τον 17ο αιώνα, με την έκρηξη της Επιστήμης, το πρόβλημα της Γνώσης τέθηκε ξανά! Ο Ορθολογισμός και ο Εμπειρισμός ξαναήρθαν στο προσκήνιο! Ο πρώτος με τον Ρενέ Ντεκάρτ ο δεύτερος με τον Φράνσις Μπέικον.

Η αναβίωση του Εμπειρισμού συνδέεται με την ανακάλυψη του έξοχου ποιήματος του Λουκρήτιου  «De rerum natura» σε ένα βαυαρικό μοναστήρι από τον Πόντζιο Μπαρτσιλιόνι το 1417. Το ποίημα αποτελεί μία έμμετρη, στην λατινική γλώσσα, μεταφορά της Φιλοσοφίας του Επίκουρου την οποία και ανασύρει στο φως της επικαιρότητας από το σκότος της  λήθης των  Μεσαιωνικών χρόνων!

Ο Πιέρ Γκασσεντί, τον 17ο αιώνα, με την ανασύσταση του 10ου βιβλίου του Διογένη του Λαέρτιου αποκατέστησε το κύρος της Φιλοσοφίας του Επίκουρου μετά 12 αιώνες συκοφαντίας και παραποίησης.

O Φράνσις Μπέικον, ο Τόμας Χομπς, ο Τζον Λόκ  υπήρξαν οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι του Εμπειρισμού τον 17ο και 18ο αιώνα στην βάση του Επικούρειου Κανόνα. Στην συνέχεια η «ιδεοκρατία» του Berkeley  και ο σκεπτικισμός του Hume θόλωσαν την εικόνα του Εμπειρισμού  και κάπου εκεί χάθηκε η μπάλα αφού η απομάκρυνση από τον Επικούρειο Kανόνα άνοιξε τον δρόμο στην αυθαίρετη δοξασία και την μεταφυσική.

            Ας επικεντρωθούμε όμως  στο στρατόπεδο των Ορθολογιστών.

           Το αδειανό πουκάμισο του ορθολογισμού ανέλαβαν να γεμίσουν, αρχής γενομένης από την εποχή του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, μεγάλοι Ευρωπαίοι Φιλόσοφοι με πρώτο και καλύτερο όπως ειπώθηκε τον Ρενέ Ντεκάρτ!

O Ντεκάρτ χρησιμοποίησε την  αμφιβολία σαν μεθοδολογικό εργαλείο για την απόκτηση έγκυρης γνώσης. Για τον Ντεκάρτ η κατασκευή ενός συμπαγούς οικοδομήματος της γνώσης, οφείλει να στηριχτεί στις πεποιθήσεις εκείνες που ο ορθός λόγος έχει θωρακίσει τόσο ισχυρά, ώστε τίποτα απολύτως να μην μπορεί να τις κλονίσει. Για να μπορέσουμε να εντοπίσουμε τέτοιου είδους πεποιθήσεις, ο Ντεκάρτ προτείνει να εφαρμόσουμε τη μέθοδο της συστηματικής αμφιβολίας. Να ελέγξουμε δηλαδή όλες τις πεποιθήσεις μας και να επιλέξουμε εκείνες για τις οποίες στάθηκε αδύνατο να αμφιβάλουμε. Ισχυρίζεται ότι οι Αληθείς Ιδέες, που αποτελούν παραστάσεις των βασικών χαρακτηριστικών των υλικών και πνευματικών όντων, έχουν εμφυτευθεί στον Νου μας από τον Θεό και χαρακτηρίζονται από ενάργεια! Στις έμφυτες αυτές ιδέες έχουμε πρόσβαση ενορατικά και άμεσα, χωρίς να απαιτείται συλλογιστική διαδικασία!  Όπως το περίφημο «σκέφτομαι άρα υπάρχω», όπου και το «άρα» είναι πλεονασμός, αφού το υπάρχω απορρέει αβίαστα από το σκέφτομαι, χωρίς ανάγκη κάποιου συλλογισμού!

Ο Ντεκάρτ επεδίωξε λοιπόν να γεμίσει το αδειανό πουκάμισο με έμφυτες ιδέες!

Στην συνέχεια δύο άλλοι μεγάλοι φιλόσοφοι ο Μπαρούχ Σπινόζα και ο Γκότφριντ Λάιμπνιτς παρατήρησαν ότι το πουκάμισο συνέχισε να κρεμάει παρά την προσπάθεια του Ντεκάρτ.

Αυτοί πίστευαν ότι ξεκινώντας από κάποιες θεμελιώδεις αρχές όπως μαθηματικά αξιώματα και λογικές αρχές μαζί με τις έμφυτες ιδέες και μόνο με τον «ορθό λόγο» θα μπορούσε κάποιος να αποκτήσει όλη την δυνατή Γνώση! Ο ορθολογισμός του Σπινόζα μάλιστα είναι απόλυτος! Ισχυρίζεται ότι η ανθρώπινη σκέψη είναι ικανή να γνωρίσει στην εντέλεια τον Θεό! Δηλαδή υποστηρίζει την λογική προσέγγιση του μεταφυσικού! Εντυπωσιακή δοξασία αλλά το πουκάμισο συνέχισε να κρεμάει!

Παρ’ όλα αυτά ο Χέγκελ υποστήριξε ότι μόνο με τον «ορθό λόγο» όχι μόνο ήταν δυνατό να κατανοηθεί η ανθρώπινη Ιστορία, αλλά και να προβλεφθεί η μελλοντική της πορεία!  Η Ιδέα αυτή  συγκίνησε τον Κάρλ Μάρξ, που αποφάσισε να χρησιμοποιήσει την Φιλοσοφία του Χέγκελ σαν βάση για την δική του θεωρία, αφαιρώντας της το μεταφυσικό στοιχείο με αμφιλεγόμενα πάντως αποτελέσματα αφού διατήρησε τον μεταφυσικό ντετερμινισμό της.

Ούτε με τον ντετερμινισμό του Χέγκελ γέμισε το πουκάμισο!

Στο τέλος ο Ιμάνουελ Κάντ αποφάσισε ότι αν δεν βρεθεί τρόπος να συνδυαστεί ο Ορθολογισμός με τον Εμπειρισμό άκρη δεν βγαίνει! Αλλά η ενοποίηση του Εμπειρισμού με τον Oρθολογισμό, φάνταζε κάπως σαν την ενοποίηση της κβαντομηχανικής με την θεωρία της σχετικότητας! Μπορεί να σας φαίνεται αυτονόητο, αλλά στον χώρο της Φιλοσοφίας δεν είναι! Ο ορθός λογισμός δεν έπρεπε πλέον να ομφαλοσκοπεί, αλλά να αναλύει δεδομένα της Εμπειρίας. Αλλά πως τα ακατέργαστα δεδομένα των αισθήσεων γίνονται Εμπειρία; Ο Κάντ θα είχε γλυτώσει αρκετή φαιά ουσία αν είχε καταφύγει στον Επικούρειο Κανόνα! Προφανώς δεν κατέφυγε! Το μενού μπορεί να μην είχε πλέον έμφυτες Ιδέες, αλλά είχε προ εγκατεστημένα έμφυτα καλούπια, στα οποία ο νους προσάρμοζε τα ακατέργαστα δεδομένα των αισθήσεων ώστε να μπορεί ο ορθός λόγος να τα επεξεργαστεί! Τα καλούπια τα ονόμασε εποπτείες και κατηγορίες στα πλαίσια μίας μάλλον δυσνόητης και θολής εξήγησης με αρκετές μεταφυσικές προεκτάσεις.

Ο Κάντ θεωρείται ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της Γερμανικής Φιλοσοφίας που με την εξαίρεση του Νίτσε παρέμεινε πάντα Ιδεαλιστική. Επηρέασε βαθιά την νοοτροπία της Γερμανικής Κοινωνίας και ίσως δίνει εξήγηση γιατί οι Γερμανοί προσπαθούν πάντα να προσαρμόσουν την πραγματικότητα στα καλούπια που έχουν στο μυαλό τους και που δεν είναι έμφυτα, αλλά εγκαθίστανται με την προπαγάνδα από την εξουσία. Το αν η πραγματικότητα προσαρμόζεται ή όχι στα καλούπια τους είναι πρόβλημα της πραγματικότητας! Δεν είναι αστείο! Δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και η σημερινή συμπεριφορά και νοοτροπία των Γερμανών, Ελίτ και λαού, είναι ισχυρές αποχρώσες ενδείξεις!

Πάντως έστω και έτσι και παρά τις υποβόσκουσες μεταφυσικές προεκτάσεις, συνδέθηκε η εμπειρία με τον ορθολογισμό και αυτό πρέπει να χρεωθεί στα θετικά της Καντιανής Φιλοσοφίας.

Τόσο ο Εμπειρισμός όσο και ο Πλατωνικής αντίληψης δογματικός ορθολογισμός, συγκρούστηκαν με τις μονοθεϊστικές θρησκείες. Ο Εμπειρισμός λόγω της υλιστικής του κοσμοθεώρησης. Ο ορθολογισμός λόγω της θέσης του ότι η Αλήθεια είναι προσβάσιμη με την νόηση, απέρριψε τις εξ αποκαλύψεως Αλήθειες, τις ενορατικές προσεγγίσεις την αυθεντία και τον ανορθολογισμό της πίστης. Το ότι ο ορθολογισμός κατέληξε δεκανίκι του Μονοθεισμού και ο Πλάτωνας θεωρήθηκε ο Έλληνας Μωυσής ( Φίλων ο Αλεξανδρεύς ), επιβεβαιώνει ότι στον χώρο του μεταφυσικού τελικά το παράλογο επικρατεί της λογικής σκέψης. Σ’ αυτό συνέβαλε και η ολισθηρή παρενέργεια του Ορθολογισμού η « εκλογίκευση » δηλαδή η τάση να ερμηνεύουμε με αληθοφανείς λόγους και αιτιολογίες, ισχυρισμούς και συμπεριφορές μακριά από τα  πραγματικά κίνητρα και τις αιτίες τους. Με αυτόν τον τρόπο το παράλογο δεν μετατρέπεται αλλά μεταμφιέζεται σε λογικό!

Δεν έχω την πρόθεση να επεκταθώ περισσότερο. Είναι σαφές νομίζω ότι ο παραγκωνισμός του Επικούρειου Κανόνα και συνακόλουθα της Επικούρειας λογικής, οδήγησε σε επιβράδυνση, αν όχι σε οπισθοδρόμηση, την ανθρώπινη σκέψη και επιστήμη κατά εκατοντάδες Χρόνια. Δεν είναι τυχαία η διαπίστωση του Νίτσε ότι μετά τον Επίκουρο η Φιλοσοφία δεν έκανε βήμα μπροστά αν δεν έκανε χιλιάδες βήματα πίσω. Για τον λόγο αυτό η Φιλοσοφία του Επίκουρου είναι στην εποχή μας επίκαιρη και πρωτοποριακή όσο ποτέ άλλοτε.

Η αλήθεια είναι ότι το σύνολο της Αρχαίας Ελληνικής Φιλοσοφίας τόσο η Μεταφυσική όσο και η Υλιστική, διαθέτει μία ανυπέρβλητη κομψότητα ομορφιά και τελειότητα, που κάνει όλα τα μεταγενέστερα φιλοσοφικά ρεύματα να φαίνονται αφελή, χονδροειδή και δυσνόητα. Τίποτα σημαντικό δεν ειπώθηκε στην Φιλοσοφία μετά τον Ηράκλειτο τον Παρμενίδη τον Πλάτωνα τον Αναξαγόρα τον Δημόκριτο τον Αριστοτέλη τον Επίκουρο! Γι’ αυτό και η Φιλοσοφική αναζήτηση επιστρέφει και θα επιστρέφει πάντοτε σε αυτούς! Και η αντιπαράθεση Ορθολογισμού – Εμπειρισμού θα ανάγεται πάντοτε σε αντιπαράθεση Πλάτωνα – Επίκουρου με όλους τους υπόλοιπους να κρατούν ρόλους κομπάρσων!

 Άλτας Δημήτρης

 

 


Επικούρειες επιδράσεις στον διαφωτισμό

 


Επικούρειες επιδράσεις στον διαφωτισμό

 

Το 1453 οι Οθωμανοί κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη καταλύοντας την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, γεγονός που προκάλεσε σημαντικές επιπτώσεις στην υπόλοιπη Χριστιανική Ευρώπη. Μία από τις σημαντικότερες, ήταν ότι οι Οθωμανοί, έγιναν κύριοι του δρόμου του Μεταξιού, δηλαδή της χερσαίας διαδρομής που ένωνε την μεσαιωνική Ευρώπη με την Ανατολική Ασία και κυρίως την Ινδία και την Κίνα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, την αστρονομική άνοδο των προϊόντων των περιοχών αυτών και ιδίως των μπαχαρικών, που οι Ευρωπαίοι χρησιμοποιούσαν στην συντήρηση των τροφίμων. Αιτία η   αισχροκέρδεια των Οθωμανών και των Βενετσιάνων συνεταίρων τους, που τα μετέφεραν στα λιμάνια της Ευρώπης από την  Κωνσταντινούπολη και την Αίγυπτο.

Το γεγονός αυτό ανάγκασε τους Ευρωπαίους, αρχικά τους Πορτογάλους και τους Ισπανούς και αργότερα τους Άγγλους τους Ολλανδούς και τους Γάλλους να αναζητήσουν νέους θαλάσσιους δρόμους για την Ανατολική Ασία.

Έτσι ο Κολόμβος ανακάλυψε την Αμερική, γεγονός που ο ίδιος ποτέ δεν έμαθε, μιας και νόμιζε ότι ξεμπάρκαρε στις ανατολικές Ινδίες, ο Βάσκο ντε Γκάμα παράκαμψε την Αφρική στο δρόμο για τις δυτικές Ινδίες, ο Μαγγελάνος περιέπλευσε τον πλανήτη αποδεικνύοντας πως είναι στρόγγυλος και οι Πισσάρο και Κορτές ξεπάτωσαν τις Αυτοκρατορίες των Μάγια και των Ίνκα στο όνομα του Χριστού που δεν είχε φροντίσει έγκαιρα να αποκαλυφθεί στους αγρίους!

Μαζί με τον καπνό, την σύφιλη και το χρυσάφι που έφεραν στην Ευρώπη οι κονκισταδόρες από τον Νέο Κόσμο, έφεραν και τον προβληματισμό στους συμπατριώτες τους.

Ο κόσμος ήταν πολύ μεγαλύτερος απ’ ότι νόμιζαν.

Η Ευρώπη δεν ήταν το κέντρο της ανθρωπότητας, κάποιος Γαλιλαίος υποστήριζε την αιρετική άποψη ότι η Γη δεν ήταν το κέντρο του Σύμπαντος και το 1517 κάποιος θεολόγος ονόματι Λούθηρος τοιχοκόλλησε 95 θέσεις στην εξώπορτα του Μητροπολιτικού ναού της Βιτεμβέργης, που αμφισβητούσε ευθέως τον Παπισμό και την αυθεντία της καθολικής Εκκλησίας να ερμηνεύει την Αγία Γραφή κατά το δοκούν, που σήμαινε ότι ο Πάπας δεν ήταν πλέον το κέντρο της Χριστιανοσύνης.

Η Βίβλος  μεταφράστηκε  στα γερμανικά και σε άλλες Ευρωπαϊκές γλώσσες και με την βοήθεια της νέας εφεύρεσης της Τυπογραφίας, τυπώθηκε σε πολλά αντίτυπα και έγινε προσιτή στον καθένα.

Έτσι οι Ευρωπαίοι είχαν κάτι να διαβάσουν στην γλώσσα τους και να ερμηνεύσουν τις Γραφές καθένας με τον δικό του τρόπο, έτσι ώστε με τις πολλές εκδοχές να προκύψει σύγχυση και αντιπαράθεση για τα θεολογικά ζητήματα.

Αφού αμφισβητήθηκε η αυθεντία του Πάπα στα θεολογικά, η απόσταση να αμφισβητηθεί η αυθεντία του Αριστοτέλη στην εξήγηση των φυσικών φαινομένων, ήταν πλέον μικρή, προς μεγάλη απογοήτευση των Σχολαστικών, πού πάσχιζαν σε όλο τον Μεσαίωνα να συμβιβάσουν τον Αριστοτέλη με τον Χριστιανοπλατωνισμό, εμμένοντας στην τυπολατρία και την ασημαντολογία και αγνοώντας την ουσία.

Δεν χρειαζόταν πλέον να μελετήσουν τον Αριστοτέλη για να μάθουν πόσα δόντια έχει το άλογο, μπορούσαν κάλλιστα να ανοίξουν το στόμα του  και να τα μετρήσουν.

Μιας και ο Λούθηρος δήλωσε ότι η εποχή των θαυμάτων είχε τελειώσει με την ίδρυση της πρώιμης Εκκλησίας  και ότι οι θεϊκές παρεμβάσεις δεν διατάρασσαν πλέον την φυσική τάξη και ότι  τον κόσμο κυβερνούσαν αποκλειστικά οι φυσικοί νόμοι που για την μελέτη τους δεν έφτανε η Βίβλος, αλλά ήταν απαραίτητη η παρατήρηση και η λογική ανάλυση, κάποια φωτεινά μυαλά θυμήθηκαν τον Λουκρήτιο!

Το έξοχο ποίημα του Λουκρήτιου «De rerum natura» ανακάλυψε σε ένα βαυαρικό μοναστήρι ο Πόντζιο Μπαρτσιλιόνι το 1417 και ως το 1600 είχαν κυκλοφορήσει περισσότερα από 50 χειρόγραφα αντίγραφα.

Το ποίημα είναι μία έμμετρη μεταφορά της Επικούρειας Φιλοσοφίας και θεωρείται ένα από τα κορυφαία έργα της λατινικής λογοτεχνίας. Τους πρώτους αιώνες θαυμάστηκε περισσότερο για το λογοτεχνικό του ύφος, ενώ ο αναγεννησιακός ζωγράφος  Σάντρο Μποτιτσέλλι εμπνεύστηκε από αυτό τρία τουλάχιστον έργα του, την «Αφροδίτη» την «Άνοιξη» και την «συκοφαντία του Απελλή».

Με την πάροδο του χρόνου, κάποιοι διανοούμενοι άρχισαν να εστιάζουν πίσω από το εξαίσιο κείμενο, στο φιλοσοφικό περιεχόμενο του βιβλίου.

Έτσι κάποιοι ουμανιστές Χριστιανοί άρχισαν να βλέπουν κοινά στοιχεία ηθικής, Επικούρειας Φιλοσοφίας και Χριστιανισμού, στην ελεύθερη βούληση και την επιδίωξη της φιλίας – αγάπης. ( Βάλλα, Έρασμος, Μονταινί ).

Κάποιοι αλχημιστές βρήκαν λογικότερη την ατομική θεωρία από εκείνη των τεσσάρων στοιχείων που ίσχυε τότε ( Μπέικμαν, Σέννερτ ) ενώ κάποιοι Αστρονόμοι, που αποδέχονταν την πολλαπλότητα των κόσμων, βρέθηκαν κοντά στον Επίκουρο και απέναντι στην θεωρία του Ενός Μοναδικού κόσμου που πρέσβευαν ο Αριστοτέλης και ο Χριστιανισμός. ( Μπρούνο, Γαλιλαίος, Κέπλερ ).

Τέλος κάποιοι «λιμπερτίνοι» όπως τους αποκαλούσε ο Ταλιμπάν του Προτεσταντισμού Καλβίνος, αντικομφορμιστές φιλελεύθεροι, όπως ο Ιταλός Τζούλιο Τσέζαρε Βανίνι και πολλοί Παριζιάνοι έλκονταν από την ηδονιστική θεωρία του Επίκουρου.

Την ίδια εποχή, ο Φιλόσοφος Φράνσις Μπέικον (1561- 1626), στο έργο του «Αναστήλωση των Επιστημών» αν και αναγνωρίζει την πρωτοκαθεδρία του πνεύματος προτείνει μία νέα προσέγγιση του υλικού κόσμου μέσω των αισθήσεων σχεδόν πανομοιότυπη με τον Επικούρειο Κανόνα.

Η γνώση θα πρέπει να κατοχυρώνεται με την παρατήρηση και το πείραμα.

Όλες οι δοξασίες υπόκεινται  στην αμφισβήτηση και την αμφιβολία.

Εχθρός της επιστήμης είναι η προκατάληψη, οι πεποιθήσεις που βασίζονται στην αυθεντία και όχι στην απόδειξη.

Όμως εκείνος που αναβίωσε την Επικούρεια Φιλοσοφία και έβαλε τις βάσεις της σύγχρονης επιστήμης, ήταν αναμφισβήτητα ο Γάλλος Φιλόσοφος επιστήμονας και καθολικός Ιερέας Πιέρ Γκασσεντί (1592-1655).

Ο Γκασσεντί αρχικά επηρεάστηκε από τους Χριστιανούς Ουμανιστές που εκτιμούσε, όπως ο Έρασμος που έλεγε ότι «ο καλός Επικούρειος φέρεται όπως ο καλός Χριστιανός».

Την μεγαλύτερη όμως επιρροή όσον αφορά την Φιλοσοφία του Επίκουρου, την δέχτηκε από τον φίλο του Γαλιλαίο με τον οποίο αλληλογραφούσε σταθερά μέχρι τον θάνατο του δεύτερου.

Όσο δίδασκε Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Αίξ-αν-Προβάνς προτού τον διώξουν οι Ιησουίτες, μελέτησε τον Επίκουρο από τον Λουκρήτιο και από κείμενα του Σενέκα και του Κικέρωνα αλλά δεν αρκέστηκε σ’ αυτό.

Έβαλε σκοπό της ζωής του να ανασυνθέσει το 10ο Βιβλίο του Διογένη του Λαέρτιου που περιέχει τρείς Επιστολές του Επίκουρου, τις κύριες δόξες και την διαθήκη του Δάσκαλου.

Περιπλανήθηκε σε πάμπολλες βιβλιοθήκες στην Ευρώπη για να συνθέσει τις ψηφίδες του παζλ και τελικά τα κατάφερε!

Το 1647 δημοσίευσε στα λατινικά το έργο « Βίος, θάνατος και δόγμα του Επίκουρου σε οκτώ βιβλία» που περιέχει την πρώτη  τυπωμένη έκδοση του 10ο βιβλίου του Διογένη του Λαέρτιου. Ακολούθησαν άλλα δύο βιβλία το1649: «Σχόλια στο 10ο βιβλίο του Διογένη του Λαέρτιου» και «Φιλοσοφικό σύστημα του Επίκουρου» που προκάλεσαν μεγάλη αίσθηση στους μορφωμένους κύκλους της Ευρώπης και αποκατέστησαν την Επικούρεια Φιλοσοφία μετά από 12 αιώνες συκοφαντίας και παραποίησης.

Μεταξύ των άλλων συγγραμμάτων του Γκασσεντί αξίζει να αναφερθούν οι «Αντιρρήσεις» στο έργο «Διαλογισμοί περί της πρώτης Φιλοσοφίας» του Καρτέσιου, όπου αποδομεί  τα επιχειρήματα του τελευταίου, ο οποίος υποστηρίζει το Πλατωνικής έμπνευσης δόγμα των έμφυτων ιδεών.

Βέβαια ο Γκασσεντί σαν άνθρωπος της εποχής του και μάλιστα ιερωμένος, προσπάθησε να κάνει ότι ο Θωμάς Ακινάτης με τον Αριστοτελισμό. Να συνδυάσει τον Χριστιανισμό με την Επικούρεια Φιλοσοφία. Γι’ αυτό κάνει τρείς αυθαίρετες παραδοχές:

α) Ο Θεός έπλασε τα άτομα και το κενό εκ του μηδενός.

β) Η ελεύθερη βούληση επιτρέπεται από την θεία πρόνοια

γ) Η ψυχή οφείλει την αθανασία της στην Αγάπη του Θεού.

Δεν είναι περίεργο για τους διανοητές της εποχής εκείνης, να ισορροπούν πατώντας σε δύο βάρκες, της μεταφυσικής και του υλισμού.

Η περίοδος ήταν μεταβατική όπως άλλωστε είναι και σήμερα.

Είναι η περίοδος που το παλιό πεθαίνει αλλά το νέο δεν έχει γεννηθεί ακόμη.

Τέτοιες περίοδοι είναι πάντοτε γεμάτες αντιφάσεις!

Μαθητές του Γκασσεντί την περίοδο που δίδασκε Επικούρεια Φιλοσοφία στο Παρίσι υπήρξαν:

Ο Μολιέρος ο μετέπειτα θεατρικός συγγραφέας, που μετέφρασε στα Γαλλικά ένα μεγάλο μέρος του έργου του Λουκρήτιου,

Ο Συρανό ντε Μπερζεράκ: Ο πρώτος μετά τον Λουκιανό συγγραφέας έργων επιστημονικής φαντασίας.

Ο Νικολά Πουσέν: Ο διάσημος ουμανιστής ζωγράφος.

Ο Τόμας Χόμπς: Ο υλιστής φιλόσοφος που έγραψε για το φυσικό δικαίωμα των ανθρώπων και το δίκαιο ως συμφωνημένο κοινωνικό συμβόλαιο.

Ο Φρανσουά Μπερνιέ ο δάσκαλος του Εμπειριστή φιλόσοφου Τζών Λόκ και ο οποίος μετέφρασε τον Επίκουρο στα Περσικά.

Πολλοί επιστήμονες επηρεάστηκαν από τον Γκασσεντί, μεταξύ αυτών ο Μπόυλ που έθεσε τις βάσεις της Χημείας, ο Χούκ που εισήγαγε την παρατήρηση με το μικροσκόπιο και υποστήριξε την εξέλιξη των ειδών και την κυματική φύση του φωτός και βέβαια ο μεγάλος Νεύτωνας.

Πολλοί νεότεροι διαφωτιστές γνώρισαν τον Επίκουρο από τα έργα του Πιέρ Γκασσεντί. Μεταξύ αυτών ο Τζών Λόκ που στο σύγγραμμά του «Δοκίμιο για την Ανθρώπινη διανόηση» απέρριψε τις έμφυτες ιδέες του Καρτέσιου και σε απόλυτη σύμπλευση με τον Επικούρειο Κανόνα, ισχυρίστηκε ότι όλες μας οι ιδέες, οι παραστάσεις και οι έννοιες προέρχονται από τις αισθήσεις και δεν έχουν αυτοτελή υπόσταση.

Επίσης ξεχωρίζουν ο Γάλλος Μπαίηλ που έγραψε για την ανεξιθρησκεία, ο Κοντιγιάκ ψυχολόγος και φιλόσοφος που δίδασκε ότι πηγή όλης της πνευματικής ζωής είναι η αντίληψη με τις αισθήσεις, ο Ντενί Ντιντερό εμπνευστής και συγγραφέας της περίφημης Εγκυκλοπαίδειας, ο Ρώσος Λομονόσωφ ιδρυτής του πρώτου Δημόσιου Ρωσικού Πανεπιστήμιου στην Μόσχα, ο Τόμας Τζέφερσον που μαζί με τον Βενιαμίν Φραγκλίνο συνέγραψε την Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας, όπου ρητά αναφέρεται το ανθρώπινο δικαίωμα στην Ευδαιμονία.

Έμμεσες Επικούρειες επιρροές μέσω των Εγκυκλοπαιδιστών, του Λόκ του Κοντιγιάκ και του Τζέφερσον όσον αφορά το κοινωνικό συμβόλαιο, την ελευθερία του λόγου και την ευδαιμονία, είχαν και εκπρόσωποι του νεοελληνικού Διαφωτισμού, όπως ο Ανώνυμος Έλληνας, συγγραφέας της Ελληνικής Νομαρχίας, ο Ρήγας Βελεστινλής και ο Ιώσηπος Μοισιόδακας.

O πρώτος Διαφωτισμός υπήρξε Ελληνικός και ξεκίνησε  από τους Ίωνες Φυσικούς Φιλοσόφους στα παράλια της Μικράς Ασίας τον 6ο π.Χ. αιώνα ( Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Ηράκλειτος ) σε ένα περιβάλλον ανόδου μιας ισχυρής αστικής τάξης ναυτικών, εμπόρων και μικροκαλλιεργητών που αμφισβήτησε δυναμικά την εξουσία των Αριστοκρατών και του Ιερατείου που τους στήριζε.

Στην Ιωνία ο Άνθρωπος για πρώτη φορά άφησε κατά μέρος τους μύθους και τους θεούς και προσπάθησε με την παρατήρηση και την λογική να δώσει μία υλιστική εξήγηση στο κοσμολογικό πρόβλημα.

Ο μακρύς δρόμος του διαφωτισμού, πέρασε στην συνέχεια από τον Ξενοφάνη, τον Εμπεδοκλή, τον Δημόκριτο και τον Αναξαγόρα στους Σοφιστές, που έστρεψαν το ενδιαφέρον της  Φιλοσοφίας από την Φύση στον άνθρωπο και στην συνέχεια πέρασε από τον Αριστοτέλη για να καταλήξει στον Επίκουρο του οποίου η Φιλοσοφία συνοψίζει και εκφράζει την Ελληνική θέαση για την Ζωή και τον Κόσμο, που βασίζεται στην Ελεύθερη Βούληση, στο Κοινωνικό Συμβόλαιο και τον Επιστημονικό τρόπο σκέψης.

Αλλά η επικράτηση του Χριστιανισμού, έσβησε την φλόγα του Ελληνικού Διαφωτισμού και οδήγησε στο μακρύ μονοπάτι του σκοτεινού Μεσαίωνα.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν, που ήταν η φιλοσοφία του Επίκουρου εκείνη,  που γονιμοποίησε τον  Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, όταν οι συνθήκες το επέτρεψαν, όταν και πάλι μια ανερχόμενη αστική τάξη, στην Ευρώπη αυτή την φορά αμφισβήτησε την φεουδαρχία που στήριζε την εξουσία της στους μύθους, τις δεισιδαιμονίες και την ευλογία του Πάπα.

Προχωρώντας από τον 17ο στον 18ο αιώνα ο Διαφωτισμός προσπάθησε να καταργήσει τον παραλογισμό, τους μύθους και τις πλάνες του Μεσαίωνα που κράτησαν για 1000 και πλέον χρόνια τους ανθρώπους στην άγνοια, τον φόβο, την  θρησκοληψία και την αμορφωσιά. Ενέπνευσε την Γαλλική, την Αμερικανική, και την Ρωσική Επανάσταση, έδωσε ώθηση στην Επιστήμη και την Τεχνολογία, αλλά παρά τις υποσχέσεις του δεν έκανε τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Ίσως γιατί του διέφυγε το γεγονός, ότι η γνώση είναι άχρηστη αν δεν δημιουργεί ηθική που οδηγεί στον Ευδαίμονα βίο. Ίσως γιατί η φωτισμένη αστική τάξη που τον γέννησε, έγινε τελικά  κατεστημένο η ίδια και άρχισε να πλάθει τους δικούς της μύθους για να διατηρηθεί στην εξουσία, αφήνοντας κατά μέρος τον Επίκουρο, που δεν βολευότανε με τις εξουσίες.

Έτσι, όχι μόνο συμμάχησε με τον παλιό εχθρό, την θρησκεία, που πάντα υποτάσσονταν και διακονούσε τις όποιες εξουσίες, αλλά προετοίμασε το έδαφος και για την ανάδειξη νέων θρησκειών – ιδεολογίες τις είπαν – νέα εργαλεία χειραγώγησης και υποδούλωσης των ανθρώπων.  Άλλες από αυτές πάσχισαν  να νομιμοποιήσουν την εξουσία της άρχουσας τάξης  και άλλες να την αμφισβητήσουν, αλλά όλες βασίστηκαν σε μύθους και κατέρρευσαν όταν αναπόφευκτα, αργά ή γρήγορα, συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα.

Ο θεσμός του Εθνικού Κράτους που διαδέχτηκε το φεουδαρχικό σύστημα, χρειάστηκε και αυτός για να επιβιώσει να στηριχτεί σε μύθους, που στην περίπτωση του Ναζισμού, εξάντλησαν και υπερέβησαν τα όρια της λογικής.

Αλλά η χειρότερη θρησκεία που δημιούργησε η αστική άρχουσα τάξη, ήταν η λατρεία της απληστίας και του χρήματος. Σ’ αυτήν υποκλίθηκε και αυτή η ίδια και υπηρέτησε πιστά το δημιούργημά της και τους ιερείς του, τους Τραπεζίτες, οδηγώντας στην καταδυνάστευση και την ανελέητη εκμετάλλευση εκατομμυρίων ανθρώπων την περίοδο της Αποικιοκρατίας και τελικά στο σφαγείο δύο παγκοσμίων πολέμων στις αρχές του 20ου αιώνα, που χαρακτηρίστηκαν από την μαζική παραγωγή όπλων, ολέθρου, θανάτου και καταστροφής, που ποτέ άλλοτε δεν είχε βιώσει η ανθρωπότητα.

Η ψευδαίσθηση της ευημερίας που επικράτησε τα επόμενα μεταπολεμικά χρόνια, διαλύθηκε στο φως της αυγής του 21ου αιώνα.

Σήμερα οι ιδεολογίες έχουν πιά καταρρεύσει και ο Δυτικός πολιτισμός που τις δημιούργησε έχασε την πρωτοκαθεδρία από άλλους πολιτισμούς, που αναδύονται ανταγωνιστικά και αποζητούν την ταυτότητά τους στις παραδοσιακές τους θρησκείες και τους δικούς τους μύθους.

Ο διαφωτισμός ξέφτισε και οι Ευρωπαίοι αμήχανοι, σαστισμένοι και φοβισμένοι, σηκώνουν τείχη, προσπαθώντας να περισώσουν τον τρόπο ζωής τους, σε ένα κόσμο που μεταβάλλεται ραγδαία και δεν τον ελέγχουν πλέον.

Και σήμερα είναι μια μεταβατική περίοδος. Και σήμερα   το παλιό πεθαίνει αλλά το καινούργιο δεν έχει ακόμα γεννηθεί.

Είναι η ώρα ενός νέου διαφωτισμού που θα βοηθήσει την Ευρώπη και όλο τον Δυτικό πολιτισμό, να βρει και πάλι το σημείο αναφοράς του για να μπορέσει να επιβιώσει. Είναι και πάλι η στιγμή να ξαναανακαλύψουμε την Φιλοσοφία του Επίκουρου, εστιάζοντας όχι πλέον τόσο στον τρόπο σκέψης του, που έχει πλέον γίνει κτήμα της Επιστήμης, αλλά στην Ηθική του, που οδηγεί τον καθένα από σίγουρο μονοπάτι στον Ευδαίμονα Βίο, που δεν είναι δυνατό να υπάρξει χωρίς Ευδαίμονα Κοινωνία.

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

Πιερ Γκασσεντί, ο αναβιωτής της Επικούρειας Φιλοσοφίας     Χρήστος Γιαπιτζάκης  3ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Επικούρειας Φιλοσοφίας.

Σημεία Ανάφλεξης…Η αναδυόμενη κρίση στην Ευρώπη Τζώρτζ Φρήντμαν

Από τον Πρωταγόρα στον Επίκουρο: Ο 1ος Ελληνικός Διαφωτισμός. Άλτας Δημήτρης

Η Σύγκρουση των Πολιτισμών. Σάμιουελ Χάντιγκτον

 

 

 

Κατάντια και θλίψη...



Κατάντια και θλίψη...

Η πεταμένη λογοτεχνία στα σκουπίδια είναι ένα θλιβερό φαινόμενο, που υποδηλώνει την έλλειψη εκτίμησης για το βιβλίο ως αντικείμενο και ως φορέα γνώσης. Τα πεταμένα βιβλία μπορεί να είναι αποτέλεσμα διάφορων παραγόντων, όπως η αλλαγή των αναγνωστικών προτιμήσεων, η έλλειψη χώρου, η αδιαφορία για την πολιτιστική αξία του βιβλίου ή ακόμα και η απλή αμέλεια. Βλέπω πολλές αναρτήσεις με βιβλία πεταμένα στον δρόμο, κούτες με καλά βιβλία. Πριν λίγο κάποιος ανέβασε φωτογραφία με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Παπαρρηγόπουλου πεταμένη στα σκουπίδια. Πόσο άθλιος τενεκές πρέπει να είσαι για να στείλεις τον Παπαρρηγόπουλο και το έργο του στον σκουπιδοτενεκέ; Όλο και λιγότερος κόσμος διαβάζει. Όλο και λιγότερος κόσμος θα πιάσει στα χέρια του ένα καλό βιβλίο, ένα ιστορικό βιβλίο, ένα βιβλίο που θα τον προβληματίσει, θα του ανοίξει τα μάτια, θα τον ταρακουνήσει. Έχουν αποβλακωθεί όλοι στο κινητό. Κληρονομούν φοβερές βιβλιοθήκες και τις πετάνε στα σκουπίδια. Πιάνουν χώρο και δεν ταιριάζουν με το μίνιμαλ σαλόνι του ΙΚΕΑ. Τι γενιές είναι αυτές; Τι άνθρωποι είναι αυτοί;
Στην Ελλάδα το βιβλίο δεν είναι αξία. Το να διαβάζεις δεν θεωρείται σημαντικό. Και για αυτό φταίει πρωτίστως το σχολείο. Γιατί τα σχολικά κείμενα είναι ως επί το πλείστον κακά κείμενα, άθλια ελληνικά, κείμενα χωρίς ουσία ή κείμενα συγκεκριμένης ιδεολογικής κατεύθυνσης. Δεν μαθαίνουν στα παιδιά την σημασία της μόρφωσης μέσα από την ανάγνωση. Τελειώνουν το σχολείο και δεν έχουν διαβάσει ένα βιβλίο της Πηνελόπης Δέλτα. Δεν συζητώ για Παπαδιαμάντη και Καζαντζάκη. Εκεί θα χρειαστούν λεξικό. Κινέζικα θα τους φαίνονται. Για να μην πιάσω και τους ξένους συγγραφείς που τους αγνοούν παντελώς και κλαίμε όλοι μαζί. Πάλι καλά που κάνουν αρχαία (έστω και στοιχειώδη) και σώζεται κάπως η κατάσταση. Τικ τοκ, ινστα, Ντουμπάι, ινφλουένσερ, ποτάρες, ζωάρα, νυχάρες, μπρο, τραπ, βιντεοπαιχνίδι, χαζοβιολισμός, χυδαιότητα και βλακεία. Πού να χωρέσει ένα ωραίο βιβλίο μέσα σε έναν τόσο άσχημο κόσμο;


 

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ "ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ Α' ΑΠΟ XΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ".

  ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ Α' ΑΠΟ XΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ. Η αυγή ανάτειλε κίτρινη και κρύα. Τα χιόνια είχαν αρχίσει να λιώνουν.  Μα ο βοριάς έφερνε ...